Σε κάποια συζήτηση περί φιλελευθερισμού και ελευθεριακότητας στο blog.theorein.org (*) είχε ειπωθεί και η εξής άποψη, όσον αφορά στην αναγκαιότητα παρέμβασης του κράτους στις προσωπικές επιλογές των πολιτών: πως δηλαδή εφόσον κράτος και πολίτης συμφωνήσουν ως προς το τι είναι καλό για τον τελευταίο, τότε το πρώτο δικαιούται να τον εξαναγκάσει να παραμείνει πιστός στα πλαίσια, που από κοινού οριοθέτησαν. Με πιο απλά λόγια, αν κάποιος ισχυρίζεται ότι στόχος του οδηγείν είναι να φτάσει κάπου με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια, αλλά παράλληλα αμελεί συνειδητά να φορέσει ζώνη ή κράνος, τότε το κράτος οφείλει να παρέμβει και να τον εξαναγκάσει να τα φορέσει. Στην περίπτωση αυτή, η παρέμβαση του κράτους δε θεωρείται ότι περιορίζει την ελευθερία του ατόμου, στον βαθμό που απλά τον "βοηθά" να παραμείνει πιστός στις επιλογές του.
(*) Πάμε πάλι: το Theorein έχει σταματήσει να εκπέμπει, εδώ και χρόνια. Από το προσωπικό μου αρχείο, το ξεχασμένο άρθρο, σε μορφή pdf. Εδώ.
Στη συνέχεια, θα προσπαθήσω να αντικρούσω το επιχείρημα αυτό, του θεμιτού δηλαδή μιας παρόμοιας παρέμβασης. Θα υποστηρίξω, λοιπόν, ότι σε μια φιλελεύθερη κοινωνία και όσον αφορά στις καθαρά προσωπικές επιλογές του ατόμου που δεν βλάπτουν κανέναν άλλο, είναι όμως πιθανόν να προκαλέσουν βλάβη στο ίδιο το άτομο, ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να περιορίζεται μόνο σ' εκείνον της ενημέρωσης και της πειθούς. Για να το επιτύχω αυτό θα εισάγω δύο έννοιες ακόμη: (α) την έννοια της προσωπικής ωρίμανσης και (β) εκείνη του τιμήματος. Επιπλέον, στην παρακάτω ανάλυση, δέχομαι εκείνη τη θεώρηση του «κλασικού» φιλελευθερισμού, σύμφωνα με την οποία ένα φιλελεύθερο κράτος δεν είναι ασύμβατο με την κοινωνική πρόνοια και την εξομάλυνση των αδικιών, αλλά συντρέχει και συνεπικουρεί. Επίσης, για χάρη της συζήτησης, αισθάνομαι ότι πρέπει να υιοθετήσω ένα συμβατικό ηλικιακό όριο μέχρι το οποίο η παρέμβαση, είτε κρατική είτε οικογενειακή, να είναι απαραίτητη για την προστασία του «ανήλικου» ατόμου. Η φύση και η ποιότητα αυτής της παρέμβασης δεν είναι του παρόντος. Η κουβέντα που θα κάνουμε ασχολείται με το πέρας του ορίου αυτού, δηλαδή με το «ενήλικο» άτομο.
Είναι ευνόητο, θέλω να πιστεύω, για οποιαδήποτε θεωρία που υποστηρίζει ότι μεριμνά για τον ίδιο τον άνθρωπο, ότι βασική της έννοια είναι η ευημερία αυτού. Θα δεχτώ εδώ, χωρίς περαιτέρω απόδειξη (όμως το θέτω υπό συζήτηση, εφόσον κάποιος αμφιβάλλει), ότι η έννοια της ευημερίας ενέχει ως αναπόσπαστο περιεχόμενο και εκείνη της προσωπικής ωρίμανσης. Για την ωρίμανση αυτή μπορούμε να πούμε τα παρακάτω. Κάθε άνθρωπος γεννιέται όχι μόνο με ικανότητες και ταλέντα αλλά, επίσης, με ατέλειες και αδυναμίες. Πολύ περισσότερο όμως κι από τη γενετική τροχοπέδη, οι αναρίθμητες επιρροές που βομβαρδίζουν το άτομο αδιαλείπτως καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του δρουν ανασταλτικά στην ευημερία του. Με άλλα λόγια, κάθε άτομο καλείται να αντιπαλέψει καθημερινά όχι μονάχα τους προσωπικούς του δαίμονες αλλά και τα εμπόδια που ορθώνονται από το περιβάλλον του κι από τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα άτομα. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, θεωρώ ζωτικής σημασίας να υπάρχει μια απρόσκοπτη πορεία ωρίμανσης. Για την ανάγκη αυτής της συζήτησης θεωρώ ως ωρίμανση τη διαδικασία εκείνη καλλιέργειας του σκέπτεσθαι και του πράττειν, η οποία οδηγεί το άτομο στην καλύτερη δυνατή διαχείρηση της εσωτερικής του ζωής (σκέψη, συναισθήματα, κλπ) αλλά και της εξωτερικής (επικοινωνία, συμβίωση, κλπ) και την εξετάζω ξεχωριστά από την οποιαδήποτε συνεπικουρία.
Επιπλέον και χωρίς τις γνώσεις εκείνες ψυχολογίας και παιδαγωγικής, ώστε να μπορώ να υποστηρίξω με παραπομπές την παρακάτω θέση, θεωρώ ότι κάθε σωστή διαδικασία μάθησης και ωρίμανσης περιλαμβάνει, εκ των ων ουκ άνευ, και κάποιο αντίστοιχο τίμημα. Το τίμημα μπορεί να είναι είτε (α) άμεσο σαν συνέπεια μιας λανθασμένης επιλογής, είτε (β) έμμεσο σαν συνέπεια μιας καθ’ όλα επιθυμητής επιλογής, η οποία όμως μας στερεί κάποιες άλλες δυνατότητες. Μια στοιχειώδης παιδαγωγική προσέγγιση (αλλά και διαισθητικά νομίζω το κατανοούμε) μας διδάσκει ότι το λάθος είναι μια απαραίτητη διαδικασία της μάθησης, ένα ατόπημα που το «επιθυμούμε» για να ορίσουμε και να αντιληφθούμε πληρέστερα το ορθό. Ωστόσο, για να προλάβω ευνόητες ενστάσεις, δεν εννοώ να επιδιώκουμε το λάθος αλλά (α) ότι δε είναι δυνατόν να το αποφύγουμε και (β) να το εκμεταλλευόμαστε άπαξ και συμβεί. Η ιστορία οποιασδήποτε θετικής επιστήμης μας αποκαλύπτει ακριβώς αυτό: όσες κι αν ήταν οι λαμπρές και εμπνευσμένες συλλήψεις, υπήρξαν στον αντίποδά τους άλλες τόσες (και περισσότερες) παρερμηνείες, παραδοξολογίες, ανοησίες, οι οποίες ήρθησαν με τον καιρό. Το τίμημα του λάθους, λοιπόν, είναι απαραίτητο για την διαδικασία της μάθησης, της ωρίμανσης, της ευημερίας. Η σοβαρότητα ή το αμετάκλητο του λάθους αποτελεί απλώς μια διαβάθμιση λάθους και δεν ακυρώνει την ισχύ της προηγούμενης πρότασης. Όπως επίσης η ελαφρότητα και η ασημαντότητα του λάθους δεν αναιρεί την προσπάθεια να το αποφύγουμε ή να το προλάβουμε. Ως εδώ δε δημιουργείται καμία αντίφαση, εκτός ίσως από την περίπτωση που το λάθος προλαμβάνεται από παράγοντες έξωθεν του ατόμου, που πιθανόν να υποπέσει σε αυτό. Μια παρόμοια παρέμβαση σώζει προφανώς το άτομο, ακυρώνει όμως συνάμα τη διαδικασία της μάθησης, συνεπώς κι εκείνη της ευημερίας. Για να προλάβω τις αντιδράσεις στο "συνεπώς", θεωρώ πως η παρεμβατικότητα δε δημιουργεί μόνο αντίδραση αλλά πολύ συχνά και επανάπαυση, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης. Όταν κάποιος άλλος μεριμνά για τη ζωή μας ως φυσική συνέπεια επέρχεται η άγνοια και η μαλθακότητα. Κατ' αυτήν την έννοια, εξάρτηση σημαίνει μειωμένη ευημερία.
Είναι αναμενόμενο, στο σημείο αυτό, να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στις περιπτώσεις εκείνες που το τίμημα αυτό είναι αρκούντως μεγάλο, τραγικά επιζήμιο για την προσωπική ασφάλεια και, κατ’ επέκταση, την ευημερία του ατόμου. Στην περίπτωση αυτή, εξακολουθω να πιστεύω ότι η μόνη παρέμβαση, στην οποία έχει δικαίωμα να προβεί η πολιτεία, είναι αυτή της ενημέρωσης/συμβουλευτικής και της χρήσης πειθούς. Δεν υπάρχει άλλοθι για κάτι περισσότερο. Ούτε για ημίμετρα, βεβαίως. Η παραμικρή χαραμάδα παρέμβασης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε χάσμα αγεφύρωτο, μετατρέποντας το άτομο και την ελευθερία του σε εργαλείο χειραγώγησης (βλ. παρακάτω). Ενστάσεις αναφέρονται, καμιά φορά, ως προς την αδυναμία του κράτους να συμβουλέψει ή να πείσει τον καθένα ξεχωριστά. Αυτή η θέση νομίζω δεν στέκει. Με τη λογική αυτή θα έπρεπε, κατ' αναλογία, το κράτος να μην μεριμνά για την παιδεία ακριβώς γιατί αδυνατεί να παράσχει ένα δάσκαλο σε κάθε μαθητή. Ωστόσο, μπορεί η ενημέρωση να γίνεται σε ομάδες, με χρήση ήδη υπάρχοντων μηχανισμών ή θεσμών (σχολεία, πανεπιστήμια), με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε, κλπ. Είναι άστοχο να υποστηρίζουμε το αντίθετο όταν το κράτος φαίνεται εξαιρετικά ικανό στην ενημέρωση όταν αυτή αφορά σε προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων, σε φορολογικές ή άλλες αυξήσεις και όλα τα σχετικά.
Αν τώρα, παρ’ όλα αυτά, οι πράξεις του ατόμου το οδηγήσουν τελικά σε δυσμενή θέση, αυτό δε σημαίνει ότι το κράτος πρόνοιας δικαιούται να αρνηθεί τη συνδρομή του, αλλά θα πρέπει να παραμείνει δεσμευμένο προς το άτομο, σε ό,τι αφορά μια ανθρωπίνως στοιχειώδη κάλυψη. Δεν ακυρώνει δηλαδή η παράτολμη ενέργεια τη δέσμευση αυτή, όπως θα βιαζόταν να συμπληρώσει με ψιλά γράμματα η οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία.
Για παράδειγμα, όταν μια ομάδα ορειβατών επιχειρεί μια παράτολμη κατάκτηση και στην πορεία εγκλωβίζεται σε κάποια χαράδρα, το κράτος είναι υπεύθυνο να οργανώσει μια επιχείρηση διάσωσης. Από την πλευρά της σωστικής ομάδας, βέβαια, θεωρώ ότι κανένα μέλος δε θα πρέπει να είναι υποχρεωμένο να ριψοκινδυνεύσει παρά μόνο στο βαθμό που και γι’ αυτό – με τη σειρά του – μια τέτοια απόφαση θα αποτελούσε ελεύθερη προσωπική επιλογή. Ειπώθηκε σε περίοδο μεγάλων πυρκαγιών στις ΗΠΑ - και συμφωνώ απόλυτα - από κάποιους πυροσβέστες: αν μερικοί επιμένουν να εκδράμουν στα διάφορα καταφύγια, σε περιόδους αυξημένης επικινδυνότητας για πυρκαγιά και παρά τις προειδοποιήσεις, τότε να μην περιμένουν να ρισκάρουμε εμείς τις ζωές μας για χάρη τους. Δεκτό ως στάση των πυροσβεστών, άκυρο ως στάση της πολιτείας της οποίας χρέος είναι να αναζητήσει αν υπάρχουν άτομα που θα επιχειρούσαν την ενδεχόμενη διάσωση.
Εδώ μοιάζει να δημιουργείται ένα παράδοξο: η θεωρία αυτή φαίνεται να επιθυμεί και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Από τη μία να έχουμε πολίτες που δρουν όπως τους «καπνίσει» και από την άλλη μια πολιτεία που πρέπει να συνδράμει τον κάθε «τρελό», που θα θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο. Φανταστείτε πχ. τα ποσά που ξοδεύονται κάθε χρόνο από τα ασφαλιστικά ταμεία για ανθρώπους που δεν φορούσαν κράνος ή ζώνη. Στο σημείο αυτό, νομίζω, επανέρχεται επιτακτικά η έννοια του τιμήματος. Με ποιον τρόπο θα επιθυμούσε ένα κράτος (κατ’ επέκταση μια κοινωνία πολιτών) να συντηρεί το δικαίωμα στην ελευθερία δίχως αυτή η ελευθερία να οδηγεί σε κάποιας μορφής ή βαθμού δυσάρεστα αποτελέσματα; Εδώ δε μιλάμε για φιλοσοφικές ουτοπίες, μιλάμε για μια θεώρηση της ελευθερίας που να μπορεί να μπει σε εφαρμογή. Μέσα στην ελευθερία που εμπεριέχει τη δυνατότητα του λάθους, απαραίτητου για την ωρίμανση, υπάρχουν παράπλευρες συνέπειες που δεν είναι θεμιτό να τις προλαμβάνουμε αλλά μόνον να τις συντρέχουμε. Αυτό είναι το τίμημα. Σε αντίθετη περίπτωση, μοιάζει να είναι η πολιτεία εκείνη που επιθυμεί και την ακεραιότητα της πίτας, και τον κορεσμό του κυνός.
Η επικύρωση της παρέμβασης στην προσωπική ελευθερία, όσον αφορά στις προσωπικές επιλογές που δεν βλάπτουν άλλον, είναι επίσης εξαιρετικά ύποπτη και μπορεί να μετατραπεί σε ένα πολύ καλό εργαλείο ελέγχου, οποιασδήποτε μορφής. Έχει ειπωθεί η εξής άποψη:
«Ας πάρουµε το παράδειγµα της ζώνης ασφαλείας ή του κράνους: οι ελευθεριακοί επιµένουν ότι κανείς δεν πρέπει να υποχρεώνεται διά νόµου στις παραπάνω ενέργειες, αφού αφορούν τον ίδιο προσωπικά και το σώµα του. Σίγουρα, είναι κακό να επιβάλεις σε κάποιον κάτι «για το καλό του» όταν εκείνος απλά διαφωνεί µε την άποψη ότι αυτό το κάτι είναι, πράγµατι, για το καλό του. Όταν, όµως, συµφωνεί απολύτως µαζί σου, αυτός ο πολύ σηµαντικός λόγος εκλίπει: κάθε λογικός άνθρωπος, αν ερωτηθεί πριν ξεκινήσει το πρωί για τη δουλειά του ή για ένα ταξίδι ποιες είναι οι βασικές του προτεραιότητες όταν οδηγεί, θα απαντήσει ότι πρωτίστως θέλει να φθάσει σώος και ασφαλής, ακολούθως να µην βλάψει κάποιον άλλο και µετά να φθάσει στην ώρα του, να µην ταλαιπωρηθεί κλπ. Αν, ακόµα, τον ρωτήσουµε, πιο συγκεκριµένα, αν θα θυσίαζε τη ζωή ή την υγεία του προκειµένου να αποφύγει µία πολύ µικρή ενόχληση, θα θεωρούσε αυτονόητη την απάντηση ότι αυτά τα δύο δεν αξίζει καν να µπουν στη ζυγαριά. Κι όµως, όταν ο ίδιος αυτός άνθρωπος µπαίνει στο αυτοκίνητό του, για κάποιον εντελώς ανόητο λόγο προκρίνει αυτό το οποίο – µε βάση ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ εκτίµηση- είναι το λιγότερο σηµαντικό - ή έστω πολύ λιγότερο σηµαντικό από αυτό που διακυβεύεται: δε βάζει ζώνη και θέτει σε κίνδυνο τη ζωή/υγεία του για να µην νιώσει µία ελάχιστη –ειδικά µε τις σύγχρονες ζώνες ασφαλείας- ενόχληση. Εδώ δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να µην του φορέσουµε µε το ζόρι τη ζώνη – αφού θα τον βοηθήσουµε απλά να κάνει αυτό που εκείνος θέλει, να αποφύγει µία παράλογη –σύµφωνα µε τον ίδιο- απόφαση και όλα αυτά χωρίς την παραµικρή έκφραση αποδοκιµασίας απέναντι στη γνώµη του, τον τρόπο ζωής του κλπ.»
Το παραπάνω απόσπασμα έχει τις αναμενόμενες αδυναμίες ενός ξερού αποσπάσματος, αποκομμένου απ’ το γενικότερο πλαίσιο του άρθρου. Ωστόσο εδώ δεν αποζητώ την κριτική προς τον γράφοντα και τη γενικότερη άποψή του – που ούτως ή άλλως είχε τεθεί σε διαφορετικό πλαίσιο. Μ’ ενδιαφέρει, απλά, να εξετάσω το συγκεκριμένο επιχείρημα. Θεωρώ, λοιπόν, ότι «μπάζει» από πολλές πλευρές:
α) Ο θεωρητικός άνθρωπος που πρωταγωνιστεί στο παράδειγμα δεν είναι σε καμία περίπτωση σίγουρο πως θ’ απαντήσει με τον παραπάνω τρόπο. Θα μπορούσε να πει επίσης πχ. «Η ζώνη δεν μου είναι πάντα απαραίτητη. Εγώ θα κρίνω πότε είναι, αναλόγως του τρόπου που σκοπεύω να οδηγήσω» ή «Στόχος μου είναι μεν να φτάσω σώος στον προορισμό μου, αλλά όχι απαραίτητα με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια. Η αδρεναλίνη που εκρίνω κατά τη διαδρομή είναι κάτι που μ’ ευχαριστεί και το αποζητώ. Τη βρίσκω με το ρίσκο» ή «Το συναίσθημα του να οδηγάς χωρίς κράνος είναι τόσο όμορφο, ώστε αξίζει να το βιώνουμε μια φορά στο τόσο». Το πρόβλημα έγκειται (α) στο ότι δεν ορίζουν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο την ασφάλεια ή το ρίσκο, (β) το ρίσκο, ακόμη και για την ίδια πράξη, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ανάλογα με την εμπειρία, τις ικανότητες ή αλλους παράγοντες (πχ. πάνω σ' ένα τεντωμένο σχοινί δεν είναι ίδιο το ρίσκο για έναν ακροβάτη και για έναν φιλόδοξο αδαή από το κοινό) και (γ) στην απόλυτη ισχύ ενός νόμου, πχ. μπορώ μονάχα να επιλέξω να κάνω ή να μην κάνω κάτι εξ' ολοκλήρου, όχι όμως να επιλέξω κατά βούληση πότε ή πόσο συχνά θα το κάνω.
β) Από το τελευταίο σχόλιο, συνεκδοχικά, είναι άσκοπο να ορίζουμε μια ελευθερία επιλογών δίχως την ελευθερία να επιλέγουμε ή όχι τις επιλογές μας. Για τι είδους ελευθερία μιλάμε αν μπορώ να επιλέξω την (προσωπικά) ασφαλή οδήγηση αλλά να μην μπορώ να επιλέξω να μην την επιλέξω; Τι νόημα έχει η ελευθερία επιλογής αν είμαι τελικά υποχρεωμένος να επιλέγω μόνο τα «ορθά»;
γ) Με την ίδια λογική του παραπάνω επιχειρήματος θα μπορούσαμε να ακυρώσουμε ένα σωρό άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, πολλές από τις οποίες αποτελούν και ιδανικά της κοινωνίας μας. Παραδείγματα ουκ ολίγα:
– Κανείς, φυσικά, δε μας απαγορεύει να τρώμε ό,τι ή όσο θέλουμε, αλλά βεβαίως κανένας άνθρωπος δεν επιθυμεί η διατροφή του να τον οδηγήσει σε «πρόωρο» θάνατο. Ως γνωστόν όμως, τα λιπαρά είναι βλαβερά και μακροπρόθεσμα οδηγούν σε καρδιοπάθειες και εμφράγματα. Συνεπώς, αν κάποιος επιθυμεί να τρώει συχνά σε fast food ή χοντρές χοιρινές μπριζόλες οφείλει το κράτος να παρέμβει και να τον σώσει από τον…εαυτό του ή να απαγορεύσει δια νόμου τις χοιρινές μπριζόλες.
– Ένας μαραθωνοδρόμος έχει φτάσει στα όρια της εξάντλησης. Παραπατάει και οι σωματικές του λειτουργίες φθίνουν η μία μετά την άλλη. Ωστόσο, το πείσμα και η δύναμη της θέλησης του δίνει επιπλέον δυνάμεις. Η «ψυχή» του λυσσασμένη τον βοηθά να κάνει ένα βήμα ακόμη. Τερματίζει, το πλήθος τον καταχειροκροτεί ενθουσιασμένο, αλλά εκεί αφήνει την τελευταία του πνοή. Για κάποιους είναι ήρωας. Αν το ρωτούσαμε πριν τον αγώνα αν θα ήθελε να φτάσει σώος στη γραμμή του τερματισμού, δεν πιστεύω ότι θα διαφωνούσε. Γι’ αυτό το λόγο, ορθό θα ήταν, λίγο πριν το τέλος να μπουν οι αστυνομικοί στο στίβο και να τον μαζέψουν σηκωτό, προκειμένου να τον σώσουν! Δια νόμου, θα ήταν επίσης συνετό να απαγορευθεί σε οποιονδήποτε αθλητή να κουράζεται υπερβολικά.
– Ο Νιλ Άρμστρονγκ ετοιμάζεται να μπει στον πύραυλο που θα τον οδηγήσει στη σελήνη ή ο Χριστόφρος Κολόμβος στο πλοίο που θα τον οδηγήσει στην Αμερική. Φυσικά και οι δύο επιθυμούν να επιστρέψουν σώοι, το εγχείρημα όμως είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και οι πιθανότητες επιβίωσης περιορισμένες. Πρέπει το κράτος να ακυρώσει τα πάντα και να συμμαζέψει τους δύο άμυαλους νέους, φυσικά, πάντα για το καλό τους. Επίσης, θα έπρεπε να ψηφιστεί κατάλληλη νομοθεσία που να καθιστά παράνομο κάθε διάπλου του Ατλαντικού ή κάθε επανδρωμένη προσπάθεια εξερεύνησης του Ηλιακού Συστήματος.
– Είναι ευνόητο πως κάθε πολίτης επιθυμεί να περπατά στους δρόμους ασφαλής. Δυσανασχετεί με τις κάμερες παρακολούθησης. Το κράτος όμως τις επιβάλει, παρ’ όλα αυτά, προκειμένου να πατάξει την εγκληματικότητα και να επεμβαίνει ταχύτερα και αμεσότερα. Να του προσφέρει την «ασφάλεια» που, ούτως ή άλλως, κι εκείνος επιθυμεί.
Έχει γίνει κατανοητό, πως θα μπορούσε κανείς να γράψει εκατομμύρια παραδείγματα που να καταδεικνύουν το άστοχο των παραπάνω επιχειρημάτων.
Συγκεφαλαιώνω λοιπόν: τόσο ορθότερα λειτουργεί μια πολιτεία, όσο ωριμότερα λειτουργούν οι πολίτες της. Τόσο ωριμότερα λειτουργούν οι πολίτες όσο πιο ελεύθερα – ή καλύτερα ανεμπόδιστα – αφήνονται να ωριμάσουν. Τόσο πιο ελεύθερα ωριμάζει κάποιος όσο πιο ελεύθερα αντιλαμβάνεται τις αιτίες και τις συνέπειες των πράξεών του. Τόσο πληρέστερα συμβαίνει το τελευταίο όσο πιο περιορισμένες είναι η παρεμβατικότητα, η νουθεσίες και τα «κηρύγματα» και όσο ευρύτερα είναι ο διάλογος, η πειθώ, η ενημέρωση, όπως δυστυχώς και το τίμημα. Στην φράση «Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις εφόσον δε βλάπτεις κάποιον άλλον» δεν υπάρχει καθόλου χώρος για «Αλλά», παρά μόνο συνταγογραφημένο από ψυχίατρο. Υπάρχει τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα σε μια ζωντανή και ασφαλή μαριονέτα κι ένα θνητό ελεύθερο πολίτη. Η ζωή, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είναι ο γυάλινος, αποστειρωμένος πύργος του μπαμπά και της μαμάς. Οι πατερναλιστικοί νόμοι που επιχειρούν να επιβάλλουν μια τέτοια τάξη πραγμάτων απέχουν μακράν της πραγματικότητας και αποτελούν αποκύημα αναιμικής ψυχοσύνθεσης και αρρωστημένης ανασφάλειας. Όταν φυσικά δεν ενέχουν - ως συνήθως - ξεκάθαρα οικονομικά κίνητρα, πχ. πρόστιμα, αγορά νέου εξοπλισμού, κλπ. Εντάξει, το καταλάβαμε λοιπόν ότι από τη ζωή θα μας προφυλάξει το Κράτος. Από το Κράτος όμως ποιος θα μας προφυλάξει;
2 Δεκ 2007
27 Οκτ 2007
Αν η Φιλοσοφία παίζει κάποιο ρόλο τότε... υποκρίνεται!
Δε θα μπω, φυσικά, στην παγίδα να αναζητήσω πραγματικά ρόλο στην φιλοσοφία. Αυτόν ας τον αναζητήσουν οι ακαδημαϊκοί. Ας τον ανακαλύψει ο καθένας μας στη ζωή του. Δεν έχω σκοπό να χαθώ σε δαιδαλώδεις ορισμούς και ατέρμονες επιχειρηματολογίες. Εγώ θα μιλήσω για τη φιλοσοφία εκείνη που δεν ντύνεται κανένα ρόλο γιατί αναβλύζει πηγαία και ακατασίγαστη από την εσώτερή μας ύπαρξη, από την ίδια μας την κραυγή. Όχι γιατί υποτιμώ οποιαδήποτε άλλη μορφή της. Ακόμη και η διύλιση του κώνωπα κάτι έχει να μας προσφέρει (κι ας έχω πει και μια κουβέντα παραπάνω, βρε αδερφέ). Ωστόσο, ο μόνος φιλόσοφος, με την πλήρη έννοια της λέξης (ποια είναι αυτή πάρτε την άσκηση για το σπίτι), είναι εκείνος που προτείνει ο Νίτσε, δηλαδή αυτός που δίνει το παράδειγμα. Όχι αυτός που δίνει ένα παράδειγμα, αλλά που δίνει το παράδειγμα. Μόνο τότε μπορεί να έχει την αξίωση να εκτιμηθεί η θεωρία του. Με άλλα λόγια είναι ο φιλόσοφος της δράσης. Οι άλλοι δεν είναι παρά υπάλληλοι της φιλοσοφίας. Ίσως φιλότιμοι, ακούραστοι, ειλικρινείς, όμως υπάλληλοι. Ή χομπίστες. Καλλιεργημένες και χορτάτες διάνοιες, εγκέφαλοι ξεχειλίζοντες φαιάς ουσίας, οι οποίοι αναζητούν της ηθική της πράξης ξέχωρα από την πράξη την ίδια. Με αληθοφανή και επιμελώς (ή τεχνηέντως) κατασκευασμένα παραδείγματα υφιστάμενα σε αόριστα παράλληλα σύμπαντα αδυνατούν να κάνουν το άλμα στο σύμπαν το δικό μας. Παρασυρμένοι από την αλαζονεία της ίδιας τους της ευφυίας θαρρούν πως θα τα λύσουν όλα μέσα στη χοντροκεφάλα τους. Δεν είναι έτσι.
Όπως επίσης δε λέω πως ένας φιλόσοφος πρέπει σώνει και καλά να υποφέρει. Αν δεν έχει υποφέρει όμως είναι καταδικασμένος στην αποστείρωση της λογικής. Θα δουλεύει πάντα με τη μισή αλήθεια, γιατί το Σύμπαν τριγύρω μας δεν είναι λογικό. Όχι στο βάθος του. Δε θα καταπιαστώ εδώ με το πρόβλημα του παράλογου. Με έχουν προλάβει άνθρωποι με πολύ ανώτερη φιλοσοφική κατάρτιση. Εδώ όμως μιλάω για το φιλόσοφο που υποφέρει, γιατί του έλαχε να υποφέρει. Για το φιλόσοφο που φιλοσοφεί μάλλον γιατί υποφέρει. Για εκείνον που η ζωή και ο κόσμος γύρω του δεν είναι γιομάτος μονοπάτια και σκαλοπάτια που τον περιμένουν να τα ανακαλύψει, αλλά ορθώνεται λείος και ανυπέρβλητος. Για το φιλόσοφο μιλάω εκείνον που αγωνίζεται να λαξεύσει με τα ίδια του τα νύχια τα σκαλοπάτια του κι έτσι η φιλοσοφία του έχει κάτι από το αίμα του ανθρώπου, από την αγωνία του. Σκοπός μου δεν είναι να θολώσω τα νερά της λογικής με άστοχο και άγονο ψευτο-συναισθηματισμό. Ωστόσο, στοχεύω σε ένα συναισθηματισμό εύστοχο και γόνιμο, τον οποίο θεωρώ εκ των ων ουκ άνευ. Σε μια μελαγχολία της ύπαρξης, η οποία αποτελεί αναγκαία συνθήκη για μία αξιόλογη φιλοσοφική στάση, δηλαδή μια στάση που δεν εκτροχιάζεται σε λεκτικά ευφυολογήματα και λογικές σπαζοκεφαλιές. Στη συνέχεια, λοιπόν, θα αναλύσω μερικά θέματα που εικάζω ως σημαντικά για μία σωστή φιλοσοφική θεώρηση.
1. Το ουσιαστικό και το ουσιαστικοποιημένο.
Καμιά φορά ορισμένες μορφές του φιλοσοφείν μου δίνουν την εντύπωση μιας σκέψης χαμένης στην κοσμάρα της. Η αναλυτική φιλοσοφία, για παράδειγμα, πρέπει να παραδεχτώ πως είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο του νου και, πέρα από τα συναισθηματικά φορτισμένα ξεσπάσματά μου, θεωρώ πως είναι απαραίτητη στο φιλοσοφικό μας οπλοστάσιο. Ωστόσο, συχνά μου δίνει την εντύπωση πως ενώ ένας πόλεμος εξελίσσεται τριγύρω της, μια λυσσαλέα μάχη του ανθρώπου με την ίδια του την ύπαρξη, εκείνη στέκεται σε απόσταση και με τις άριστες σκοπευτικές της ικανότητες εξασκείται σε μπουκάλια και κονσέρβες, στη χειρότερη, ή αγωνίζεται να φιλοτεχνήσει άρτια αισθητικά σχεδιαγράμματα της μάχης, στην καλύτερη. Έγραφε ο Ν. Εγγονόπουλος το 1948 - αν και δεν ήταν φιλόσοφος με την στερεότυπη έννοια της λέξης - "τούτη η εποχή / του εμφύλιου σπαραγμού / δεν είναι εποχή για ποίηση / κι άλλα παρόμοια...". Αυτό φοβάμαι καμιά φορά, λοιπόν, ότι ασχολούμαστε με "άλλα παρόμοια". Θα αναλύσω περισσότερο αργότερα. Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι άριστος κάτοχος της αναλυτικής φιλοσοφίας, ώστε να μπορώ να κρίνω με τη αυτοπεποίθηση μιας αυθεντίας. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς χρησιμοποιώ για γνώμονα την ίδια τους τη "γκρίνια" (βλ. Cogito, τεύχη 3 & 4, Εκδ. Νεφέλη) αλλά και την δική μου ενστικτώδη απώθηση, την οποία αισθάνομαι κάθε που βρίσκομαι αντιμέτωπος με την εφαρμογή μιας αυτοϊκανοποιούμενης μαθηματικής λογικής στα ανθρώπινα.
Όχι δεν είμαι αντίθετος στον ορθολογισμό, αλίμονο! Θεωρώ, παρ' όλα αυτά, ότι ο ορθολογισμός πρέπει κάπου να σταματάει και να παραδίδει τη σκυτάλη σε μιαν φιλοσοφική διαίσθηση, η οποία θα γεφυρώνει τα χάσματα και θα αίρει τα αδιέξοδα στα οποία υποπέφτει το λογικό. Όμοια, με τη σειρά του, το λογικό οφείλει να βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση και να συνετίζει το θυμικό όποτε αυτό τείνει να ξεφύγει σε φαντασιοκοπήματα και ουτοπικά παραληρήματα ή πνίγεται από την αγωνία και τη ματαιότητα. Αυτή η χρυσή τομή είναι κατ' εμέ το ζητούμενο της φιλοσοφίας, ή μάλλον της φιλοσοφικής προσέγγισης. Λέω όχι στην αποστειρωμένη λογική η οποία με το νυστέρι της απόλυτης διαύγειας αίρει κάθε ενότητα των εννοιών και εξαντλεί το (αν όχι και εξαντλείται στο) ελάχιστο, αφού το μόνο που έχει στα χέρια της δεν είναι παρά το τεμαχισμένο.
Ο φιλόσοφος χρειάζεται να καλλιεργεί μια ψύχραιμη επίγνωση, μια "γλυκύτητα" της σκέψης, και να διαισθάνεται πότε πρέπει να σταματήσει την ανάλυση και να κάνει ένα βήμα πίσω. Ένα βήμα που θα τον βοηθήσει να διακρίνει το όλον και να το μπολιάσει, όπου χρειάζεται, με μικρά βλαστάρια της καρδιάς. Δε μπορείς να στοχάζεσαι πάνω στον πόνο ή το θάνατο χωρίς λίγη θλίψη για όλα τα πλάσματα που υπέφεραν και πέθαναν στους αιώνες, ακόμη κι αν τελικά η σκέψη σε οδηγήσει σε μονοπάτια φωτεινά. Δεν είναι δυνατόν να διανοηθείς πάνω στην ηθική ή την ηθικότητα με μόνο εφοδιο την ψυχρή λογική, δίχως ένα ελάχιστο νοητικό άλμα σεβασμού. Ας πούμε, ποιο το νόημα ενός παρόμοιου παραδείγματος (*) που καταδεικνύει ότι μπορεί κάποιος να φερθεί με ηθικώς επιλήψιμο τρόπο, κληροδοτώντας από πρόθεση ένα ελαττωματικό γονίδιο, χωρίς να βλάπτει κάποιο συγκεκριμένο άτομο, αφού δεν έχει γεννηθεί κανείς ακόμη; Αν μετά από χρόνια, στον απόγονο αυτόν αποκαλυφθούν τα πάντα για την προμελέτη, πιστεύει κανείς στ' αλήθεια ότι παρόμοια επιχειρήματα και συλλογιστικές θα τον έκαναν να αποδεχτεί την πρόθεση της μητέρας του και να ξεπεράσει την τύχη του χαμογελώντας και λέγοντας "δεν πειράζει, αφού δεν υπήρχε τότε κανείς για να βλαφτεί"; Τέτοια παραδείγματα δεν οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σε καμία ουσιαστική γνώση παρά μόνο σε συλλογισμούς συνεπείς προς κάποια ηθική μα όχι προς τον άνθρωπο.
Ολοκληρώνω, λοιπόν, επιλέγοντας όχι απλά μια φιλοσοφία που ξεκινάει από το θυμικό, αλλά που συμπορεύεται με αυτό. Μια φιλοσοφία ίσως με μια απόχρωση ψυχολογίας και λίγο άρωμα ποίησης.
(*) Όπως έχω επισημάνει ξανά, το blog Theorein δε λειτουργεί, εδώ και χρόνια. Τυπωμένη έκδοση υπό μορφή pdf, από το προσωπικό μου αρχείο, εδώ.
2. Στη βράση κολλάει ο... φιλόσοφος.
Ανάλογη με την προηγούμενη θέση είναι και τούτη εδώ, που αφορά το ρόλο της δράσης στη φιλοσοφική ενασχόληση. Όπως έχω ήδη σχολιάσει εδώ, το στοχάζεσθαι από μόνο του, δίχως την απαραίτητη εξάσκηση στο στίβο της ζωής, στη δράση, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε παραλογισμούς λογικοφανείς. Η πράξη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φιλοσοφίας και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε αποφθέγματα αυθεντίας, αν νωρίτερα δεν έχει τριφτεί με τους ανθρώπους και δεν έχει κοσκινίσει τη θεωρία του μέσα από τον ανθρώπινο βίο. Αυτό ισχύει για κάθε μορφή φιλοσοφίας. Δεν έχει νόημα, για παράδειγμα, να διακηρύξω μια νέα, επαναστατική πολιτική θεωρία - απ' όση έμπνευση και συνέπεια κι αν διακατέχεται - με όρους απόλυτης και δογματικής αλήθειας, δίχως να τη δω να εφαρμόζεται και να δοκιμάζεται στην πράξη, στο πεδίο της ανθρώπινης πάλης, της ανθρώπινης ανάγκης και της ανθρώπινης αδυναμίας.
Στην προαναφερθείσα βάση, ο φιλόσοφος είναι συνάμα και πολεμιστής. Είναι ο άνθρωπος που παλεύει στην πρώτη γραμμή της ανθρωπότητας, μέσα στον ορυμαγδό και την ταραχή, να αφουγκραστεί ένα ελάχιστο μήνυμα συνέπειας, ένα αμυδρό φτερούγισμα ειρήνης. Όχι τηλέμαχος, αλλά αγχέμαχος. Όχι ασφαλισμένος πίσω από το βαρύ δρύινο γραφείο του και τις σκονισμένες επάλξεις των στοιβαγμένων βιβλίων, αλλά μέσα στους στίβους της πολιτικής, στη βουή της αγοράς, στα σχολειά και τις πλατείες. Όχι σαν ανεπαίσθητο θρόισμα πεταλούδας αλλά με επίμονο οίστρου βουητό, κεντώντας και αφυπνίζοντας, όχι χαϊδεύοντας και ναρκώνοντας. Ο φιλόσοφος πρέπει να συνδιαλέγεται με και να ανατροφοδοτείται ακατάπαυστα από τους ανθρώπους εκείνους, για χάρη των οποίων θεωρεί ότι φιλοσοφεί και αγωνίζεται. Πρώτα με αυτούς και κατόπιν με τους ομοίους του. Σε δεύτερη μοίρα η γενειάδα και η τήβεννος, σε πρώτο πλάνο το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί. Σε δεύτερη μοίρα τα ουράνια και τα σύμπαντα, σε πρώτο πλάνο η λασπουριά, η τέφρα και ο θάνατος. Φυσικά και οφείλει ο φιλόσοφος να ξεπερνάει την κοινωνία του, τουλάχιστον να αγωνίζεται γι' αυτό. Ωστόσο ισοδύναμο το χρέος του να εκλαϊκεύει, να επιμένει, να φωτίζει, να υποκινεί ή καλύτερα να παρακινεί.
Τόσα μυαλά, τόση φαιά ουσία χαμένη, σπαταλημένη άδικα και άστοχα, στο ήσσων και στη σχολαστικότητα. Τόση ενέργεια και δύναμη του νου, φανταστείτε να αφιερώνονταν στο χτίσιμο μιας συνεπούς ηθικής πράξης και όχι μόνο θεωρίας. Φανταστείτε φιλοσόφους να διαπληκτίζονται καθημερινά γύρω μας με την καθεστηκυία άγνοια, ημιμάθεια, αδιαφορία. Να γκρεμίζουν το σαθρό και να ισοπεδώνουν τα χαλάσματα. Να κεντρίζουν την αμφισβήτηση και να συδαυλίζουν τις επαναστάσεις της καθημερινότητας αλλά και εκείνες στο πλήρωμα του χρόνου. Συλλογιστείτε αυτό το ασύλληπτο μπόλιασμα της κοινωνίας με οράματα, όνειρα, ιδέες, ιδανικά. Το ορθώς σκέπτεσθαι δεν είναι χίμαιρα. Η συνέπεια της λογικής (θεωρία) και η λογική της συνέπειας (πράξη) δεν είναι ουτοπικά ιδανικά αλλά περιμένουν να μεταλαμπαδευτούν σε μας, από τους σωστούς ανθρώπους. Δυστυχώς, πέρα από την ασυμμετρία της δράσης τους (θεωρητική κατά κύριο λόγο) οι φιλόσοφοι εξακολουθούν την πάγια και αλαζονική τακτική τους να συναστρέφονται εαυτούς, πράγμα που καθαυτό δε θα ήταν ιδιαιτέρως κολάσιμο αν δεν αναλώνονταν παντελώς μονάχα σε αυτό.
3. Παραδείγματος... μοσχάριν.
Στη βάση αυτή, απορώ που ένα σωρό από αναγνωρισμένους και αξιοσέβαστους στοχαστές της σύγχρονης φιλοσοφίας χρησιμοποιούν τόσο αλλοπρόσαλλα και εξωφρενικά παραδείγματα, πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου. Προφανώς, θέλουν να δείξουν κάτι. Αισθάνονται ότι οφείλουν να απομονώσουν την υπόθεση και το ζητούμενο, από παραμέτρους που μπορεί να αποπροσανατολίσουν ή να θολώσουν την κρίση. Πιστεύουν πως μόνον έτσι θα καταφέρουν να αγγίξουν την ουσία και να αποδείξουν τη θέση τους και την ισχύ τους. Αποδεικνύουν τα πάντα στην ενδέκατη διάσταση μα αφήνουν το τετραδιάστατο κόσμο μας ανέγγιχτο. Όμως τι σημασία έχουν παρόμοια συμπεράσματα όταν στην πραγματική πραγματικότητα καλούμαστε να αποφασίσουμε, για τα σοβαρότερα ζητήματα, εν τω μέσω μιας συναισθηματικής κόλασης; Δεν εννοώ να αφεθούμε στην πυρκαγιά της ψυχής. Εννοώ τι σημασία μπορεί να έχει μια φιλοσόφηση που δεν τα λαμβάνει καθόλου υπόψιν; Επαναμβάνομαι - το ξέρω - αλλά έτσι καταλήγουμε να θεωρούμε ότι η λογική θα μας σώσει από όλα, ακόμη κι από τους εαυτούς μας, απαξιώνοντας τη μιζέρια και την υποκειμενικότητα των συναισθηματισμών. Καταντούμε σαν τον Παύλο, ο οποίος υποβίβασε το βρώμικο και ατελές σώμα και εξύψωσε την αιώνια και καθαρή ψυχή. Τέτοιες διακρίσεις όμως δεν υφίστανται στην πράξη. Όχι στον Καθαρό Λόγο, ούτε στον Άκρατο Οίνο! Ναι στα συμπόσια και στις φιλοσοφικές συζητήσεις που ακολουθούν το πρώτο ποτηράκι, εκείνο με την αναλογία 3:1 νερού προς κρασί. Αυτές οι εικόνες έχουν να μας πουν πολλά. Με άδειο στομάχι δεν υπάρχει τόπος για φιλοσοφία. Ούτε δίχως μια μικρή γουλιά που θα ζεστάνει το αίμα και την καρδιά ελαφρώς, όμως ποτέ υπέρ το δέον.
Απορώ που όλα αυτά τα πνεύματα, δεν έχουν να παρουσιάσουν κάποιο απτό παράδειγμα, ένα παράδειγμα ας πούμε από την ιστορία ή από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Μήπως τελικά γιατί δεν υπάρχει κανένα; Μήπως τελικά γιατί με την αφαίρεση ετούτη κατορθώνουν να αποδείξουν μια υπόθεση, που δεν προκύπτει από καμία πιθανή πραγματικότητα; Μήπως γιατί η ενασχόλησή τους δεν αντλεί από τις αληθινές ανάγκες αλλά από τα φιλοσοφικά τους παιχνιδίσματα; Τείνω να πιστέψω ότι η πολλή αφαίρεση αφαιρεί τελικά και την ουσία. Μάλλον τρέχουμε μπροστά για να προλάβουμε να χτίσουμε την Ηθική του μέλλοντος. Να προνοήσουμε για το "κακό" προτού μας προλάβει, να είμαστε έτοιμη σαν φτάσει η ανάγκη. Αυτό όμως υποστηρίζω ότι δεν είναι, εν γένει, δυνατόν και πως η οποιαδήποτε ηθική, το κύριο σώμα της δηλαδή, χτίζεται σαν συνέπεια των πράξεών μας και όχι νωρίτερα, όπου μονάχα νεφελώματα και σύγχυση καταλαμβάνουν τη σκέψη. Η πράξη συγκεκριμενοποιεί και ξεκαθαρίζει. Για να πάρουμε μια σωστή ιδέα, λοιπόν, περί τίνος τυρβάζουμε, περί της ουσίας ή περί άλλων, χρειάζεται και τα παραδείγματά μας να έχουν την ανάλογη ευστοχία και επαφή με την πραγματικότητα. Αν ένας φιλόσοφος αδυνατεί ή αποφεύγει να μας δώσει ένα τέτοιο παράδειγμα δεν είναι εύλογο να υποψιαστούμε ότι μπορεί και να μην υπάρχει;
4. Δεν απορρέουν όλα από τη λογική.
Η λογική έχει όρια. Όποιος δεν το κατανοεί αυτό δεν του απομένει παρά να φέρεται και να συνδιαλέγεται σαν ανόητος, σαν κατ' επίφαση φιλόσοφος. Από τα "αφελή" παράδοξα του Ζήνωνα (που χρειάστηκαν αιώνες για να καταρριφθούν με βάση τη λογική, γιατί με βάση την πράξη ακυρώνονταν ανά πάσα στιγμή) μέχρι και τα θεωρήματα μη-πληρότητας του Godel, η επηρμένη λογική θα προσκρούει συνεχώς σε τείχη. Αν αυτό είναι απλώς ένα εξελικτικό στάδιο της ανθρώπινης φύσης μου είναι παντελώς αδιάφορο, όταν αυτό είναι το μόνο στάδιο που βιώνει σύμπασα η ανθρωπότητα, τη στιγμή που μιλάμε, και μέσα στα πλαίσια αυτού και μόνον καλείται να βρει μια άκρη στην ύπαρξη και στη δράση της.
Ο φιλόσοφος οφείλει να αναζητά τίμια και ακαταπόνητα την αλήθεια. Μέχρι να ανακαλύψει μία όμως θα πρέπει να σέβεται βασικές διαισθήσεις, που δεν πηγάζουν από καμία απόδειξη. Τι νόημα έχει, για παράδειγμα, να περιμένω από την επιστήμη να μου απαντήσει αν ο άνθρωπος είναι περισσότερο κακός παρά καλός; Τι νόημα έχει αν τα γονίδια μου είναι κατά βάση εγωιστικά ή αν η απαρχή ενός υποτυπώδους αλτρουισμού κρύβεται στους μηχανισμούς της εξελικτικής διαδικασίας; Αρκεί να κοιτάξουμε ένα γύρω τους ανθρώπους που συνυπάρχουν μαζί μας ή που υπήρξαν στους αιώνες. Αρκεί να στρέψουμε μια στάλα το βλέμμα στους ίδιους μας τους εαυτούς. Εκεί θα βρούμε τα πάντα, όσες αλήθειες μας χρειάζονται. Βεβαιότητες καμία κι ομοίως καμία Αλήθεια, όπως αυτή νοείται με το κεφαλαίο Α. Αλλά βρίθει το σύμπαν από αλήθειες τμηματικές και επί μέρους. Τι γυρεύουμε περισσότερο να ανακαλύψουμε; Αν είμαι ξέχωρα καλός Ή κακός (με μια συμβατική αντίληψη των εννοιών) δεν πρόκειται να το απαντήσω ποτέ. Πως είμαι όμως καλός ΚΑΙ κακός, αυτό το γνωρίζω με βεβαιότητα. Αν με απασχολεί η διαβάθμιση αυτό θεωρώ πως είναι εκτός θέματος. Αν με απασχολεί η ερμηνεία και η διαχείρηση, αυτό είναι νόημα και παιχνίδι ζωής ολόκληρης.
Ας πούμε: ο σεβασμός προς τον άνθρωπο, αυτό δεν χρειάζεται να το αποδείξω. Το νιώθω πως κάθε φιλοσοφία πρέπει να ξεκινάει από αυτή τη βάση. Ίσως να μπορεί να κατασκευαστεί μια εκπληκτικά λογικά συνεπής ηθική θεωρία της καταστροφής και της εκμετάλλευσης. Ποιο το νόημα, όμως, όταν μοιραζόμαστε όλοι τα ίδια πάνω κάτω συναισθήματα του πόνου και της μοναξιάς, να επιζητήσουμε ο,τιδήποτε προς την κατεύθυνση αυτή (της καταστροφής); Θα μου πείτε, κάνεις λάθος, δεν μοιραζόμαστε όλοι τα ίδια πράγματα. Αλλιώς δε θα υπήρχε θέση για βία και φονικό στον κόσμο. Μα σας είπα, δεν τίθεται θέμα διαβάθμισης. Εγώ δε μιλάω για την ένταση μιας αλήθειας αλλά για την "αληθινότητά" της. Κάποιοι νοιάζονται μόνο για την οικογένειά τους, κάποιοι για όλα τα πλάσματα του κόσμου, κάποιοι μόνο για πάρτη τους. Η διαβάθμιση της έγνοιας δεν κάνει την έγνοια λιγότερο ή περισσότερο αληθινή. Αυτό εννοώ.
Μην το κουράσουμε, όμως, περισσότερο σε αυτό το σημείο. Ίσως, κάποτε το αναλύσω διεξοδικότερα. Ορθώς φιλοσοφείν σημαίνει, για μένα, αναγνωρίζω τα όρια της λογικής μου, ξέρω πού να σταματήσω τα μπαλώματα και, από κει και πέρα, να αντέχω να συνεχίζω γυμνός. Γυμνός όχι από ντροπή ή από ένδεια σκέψης, αλλά από δυσφορία ή απέχθεια για τους βαρύτιμους επενδύτες, οι οποίοι μας προσδίδουν μια κάποια λάμψη αλλά από κάτω τους το σώμα και ο νους ασφυκτιά ή, πολύ χειρότερα, ψυχορραγεί.
Όπως επίσης δε λέω πως ένας φιλόσοφος πρέπει σώνει και καλά να υποφέρει. Αν δεν έχει υποφέρει όμως είναι καταδικασμένος στην αποστείρωση της λογικής. Θα δουλεύει πάντα με τη μισή αλήθεια, γιατί το Σύμπαν τριγύρω μας δεν είναι λογικό. Όχι στο βάθος του. Δε θα καταπιαστώ εδώ με το πρόβλημα του παράλογου. Με έχουν προλάβει άνθρωποι με πολύ ανώτερη φιλοσοφική κατάρτιση. Εδώ όμως μιλάω για το φιλόσοφο που υποφέρει, γιατί του έλαχε να υποφέρει. Για το φιλόσοφο που φιλοσοφεί μάλλον γιατί υποφέρει. Για εκείνον που η ζωή και ο κόσμος γύρω του δεν είναι γιομάτος μονοπάτια και σκαλοπάτια που τον περιμένουν να τα ανακαλύψει, αλλά ορθώνεται λείος και ανυπέρβλητος. Για το φιλόσοφο μιλάω εκείνον που αγωνίζεται να λαξεύσει με τα ίδια του τα νύχια τα σκαλοπάτια του κι έτσι η φιλοσοφία του έχει κάτι από το αίμα του ανθρώπου, από την αγωνία του. Σκοπός μου δεν είναι να θολώσω τα νερά της λογικής με άστοχο και άγονο ψευτο-συναισθηματισμό. Ωστόσο, στοχεύω σε ένα συναισθηματισμό εύστοχο και γόνιμο, τον οποίο θεωρώ εκ των ων ουκ άνευ. Σε μια μελαγχολία της ύπαρξης, η οποία αποτελεί αναγκαία συνθήκη για μία αξιόλογη φιλοσοφική στάση, δηλαδή μια στάση που δεν εκτροχιάζεται σε λεκτικά ευφυολογήματα και λογικές σπαζοκεφαλιές. Στη συνέχεια, λοιπόν, θα αναλύσω μερικά θέματα που εικάζω ως σημαντικά για μία σωστή φιλοσοφική θεώρηση.
1. Το ουσιαστικό και το ουσιαστικοποιημένο.
Καμιά φορά ορισμένες μορφές του φιλοσοφείν μου δίνουν την εντύπωση μιας σκέψης χαμένης στην κοσμάρα της. Η αναλυτική φιλοσοφία, για παράδειγμα, πρέπει να παραδεχτώ πως είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο του νου και, πέρα από τα συναισθηματικά φορτισμένα ξεσπάσματά μου, θεωρώ πως είναι απαραίτητη στο φιλοσοφικό μας οπλοστάσιο. Ωστόσο, συχνά μου δίνει την εντύπωση πως ενώ ένας πόλεμος εξελίσσεται τριγύρω της, μια λυσσαλέα μάχη του ανθρώπου με την ίδια του την ύπαρξη, εκείνη στέκεται σε απόσταση και με τις άριστες σκοπευτικές της ικανότητες εξασκείται σε μπουκάλια και κονσέρβες, στη χειρότερη, ή αγωνίζεται να φιλοτεχνήσει άρτια αισθητικά σχεδιαγράμματα της μάχης, στην καλύτερη. Έγραφε ο Ν. Εγγονόπουλος το 1948 - αν και δεν ήταν φιλόσοφος με την στερεότυπη έννοια της λέξης - "τούτη η εποχή / του εμφύλιου σπαραγμού / δεν είναι εποχή για ποίηση / κι άλλα παρόμοια...". Αυτό φοβάμαι καμιά φορά, λοιπόν, ότι ασχολούμαστε με "άλλα παρόμοια". Θα αναλύσω περισσότερο αργότερα. Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι άριστος κάτοχος της αναλυτικής φιλοσοφίας, ώστε να μπορώ να κρίνω με τη αυτοπεποίθηση μιας αυθεντίας. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς χρησιμοποιώ για γνώμονα την ίδια τους τη "γκρίνια" (βλ. Cogito, τεύχη 3 & 4, Εκδ. Νεφέλη) αλλά και την δική μου ενστικτώδη απώθηση, την οποία αισθάνομαι κάθε που βρίσκομαι αντιμέτωπος με την εφαρμογή μιας αυτοϊκανοποιούμενης μαθηματικής λογικής στα ανθρώπινα.
Όχι δεν είμαι αντίθετος στον ορθολογισμό, αλίμονο! Θεωρώ, παρ' όλα αυτά, ότι ο ορθολογισμός πρέπει κάπου να σταματάει και να παραδίδει τη σκυτάλη σε μιαν φιλοσοφική διαίσθηση, η οποία θα γεφυρώνει τα χάσματα και θα αίρει τα αδιέξοδα στα οποία υποπέφτει το λογικό. Όμοια, με τη σειρά του, το λογικό οφείλει να βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση και να συνετίζει το θυμικό όποτε αυτό τείνει να ξεφύγει σε φαντασιοκοπήματα και ουτοπικά παραληρήματα ή πνίγεται από την αγωνία και τη ματαιότητα. Αυτή η χρυσή τομή είναι κατ' εμέ το ζητούμενο της φιλοσοφίας, ή μάλλον της φιλοσοφικής προσέγγισης. Λέω όχι στην αποστειρωμένη λογική η οποία με το νυστέρι της απόλυτης διαύγειας αίρει κάθε ενότητα των εννοιών και εξαντλεί το (αν όχι και εξαντλείται στο) ελάχιστο, αφού το μόνο που έχει στα χέρια της δεν είναι παρά το τεμαχισμένο.
Ο φιλόσοφος χρειάζεται να καλλιεργεί μια ψύχραιμη επίγνωση, μια "γλυκύτητα" της σκέψης, και να διαισθάνεται πότε πρέπει να σταματήσει την ανάλυση και να κάνει ένα βήμα πίσω. Ένα βήμα που θα τον βοηθήσει να διακρίνει το όλον και να το μπολιάσει, όπου χρειάζεται, με μικρά βλαστάρια της καρδιάς. Δε μπορείς να στοχάζεσαι πάνω στον πόνο ή το θάνατο χωρίς λίγη θλίψη για όλα τα πλάσματα που υπέφεραν και πέθαναν στους αιώνες, ακόμη κι αν τελικά η σκέψη σε οδηγήσει σε μονοπάτια φωτεινά. Δεν είναι δυνατόν να διανοηθείς πάνω στην ηθική ή την ηθικότητα με μόνο εφοδιο την ψυχρή λογική, δίχως ένα ελάχιστο νοητικό άλμα σεβασμού. Ας πούμε, ποιο το νόημα ενός παρόμοιου παραδείγματος (*) που καταδεικνύει ότι μπορεί κάποιος να φερθεί με ηθικώς επιλήψιμο τρόπο, κληροδοτώντας από πρόθεση ένα ελαττωματικό γονίδιο, χωρίς να βλάπτει κάποιο συγκεκριμένο άτομο, αφού δεν έχει γεννηθεί κανείς ακόμη; Αν μετά από χρόνια, στον απόγονο αυτόν αποκαλυφθούν τα πάντα για την προμελέτη, πιστεύει κανείς στ' αλήθεια ότι παρόμοια επιχειρήματα και συλλογιστικές θα τον έκαναν να αποδεχτεί την πρόθεση της μητέρας του και να ξεπεράσει την τύχη του χαμογελώντας και λέγοντας "δεν πειράζει, αφού δεν υπήρχε τότε κανείς για να βλαφτεί"; Τέτοια παραδείγματα δεν οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σε καμία ουσιαστική γνώση παρά μόνο σε συλλογισμούς συνεπείς προς κάποια ηθική μα όχι προς τον άνθρωπο.
Ολοκληρώνω, λοιπόν, επιλέγοντας όχι απλά μια φιλοσοφία που ξεκινάει από το θυμικό, αλλά που συμπορεύεται με αυτό. Μια φιλοσοφία ίσως με μια απόχρωση ψυχολογίας και λίγο άρωμα ποίησης.
(*) Όπως έχω επισημάνει ξανά, το blog Theorein δε λειτουργεί, εδώ και χρόνια. Τυπωμένη έκδοση υπό μορφή pdf, από το προσωπικό μου αρχείο, εδώ.
2. Στη βράση κολλάει ο... φιλόσοφος.
Ανάλογη με την προηγούμενη θέση είναι και τούτη εδώ, που αφορά το ρόλο της δράσης στη φιλοσοφική ενασχόληση. Όπως έχω ήδη σχολιάσει εδώ, το στοχάζεσθαι από μόνο του, δίχως την απαραίτητη εξάσκηση στο στίβο της ζωής, στη δράση, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε παραλογισμούς λογικοφανείς. Η πράξη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φιλοσοφίας και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε αποφθέγματα αυθεντίας, αν νωρίτερα δεν έχει τριφτεί με τους ανθρώπους και δεν έχει κοσκινίσει τη θεωρία του μέσα από τον ανθρώπινο βίο. Αυτό ισχύει για κάθε μορφή φιλοσοφίας. Δεν έχει νόημα, για παράδειγμα, να διακηρύξω μια νέα, επαναστατική πολιτική θεωρία - απ' όση έμπνευση και συνέπεια κι αν διακατέχεται - με όρους απόλυτης και δογματικής αλήθειας, δίχως να τη δω να εφαρμόζεται και να δοκιμάζεται στην πράξη, στο πεδίο της ανθρώπινης πάλης, της ανθρώπινης ανάγκης και της ανθρώπινης αδυναμίας.
Στην προαναφερθείσα βάση, ο φιλόσοφος είναι συνάμα και πολεμιστής. Είναι ο άνθρωπος που παλεύει στην πρώτη γραμμή της ανθρωπότητας, μέσα στον ορυμαγδό και την ταραχή, να αφουγκραστεί ένα ελάχιστο μήνυμα συνέπειας, ένα αμυδρό φτερούγισμα ειρήνης. Όχι τηλέμαχος, αλλά αγχέμαχος. Όχι ασφαλισμένος πίσω από το βαρύ δρύινο γραφείο του και τις σκονισμένες επάλξεις των στοιβαγμένων βιβλίων, αλλά μέσα στους στίβους της πολιτικής, στη βουή της αγοράς, στα σχολειά και τις πλατείες. Όχι σαν ανεπαίσθητο θρόισμα πεταλούδας αλλά με επίμονο οίστρου βουητό, κεντώντας και αφυπνίζοντας, όχι χαϊδεύοντας και ναρκώνοντας. Ο φιλόσοφος πρέπει να συνδιαλέγεται με και να ανατροφοδοτείται ακατάπαυστα από τους ανθρώπους εκείνους, για χάρη των οποίων θεωρεί ότι φιλοσοφεί και αγωνίζεται. Πρώτα με αυτούς και κατόπιν με τους ομοίους του. Σε δεύτερη μοίρα η γενειάδα και η τήβεννος, σε πρώτο πλάνο το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί. Σε δεύτερη μοίρα τα ουράνια και τα σύμπαντα, σε πρώτο πλάνο η λασπουριά, η τέφρα και ο θάνατος. Φυσικά και οφείλει ο φιλόσοφος να ξεπερνάει την κοινωνία του, τουλάχιστον να αγωνίζεται γι' αυτό. Ωστόσο ισοδύναμο το χρέος του να εκλαϊκεύει, να επιμένει, να φωτίζει, να υποκινεί ή καλύτερα να παρακινεί.
Τόσα μυαλά, τόση φαιά ουσία χαμένη, σπαταλημένη άδικα και άστοχα, στο ήσσων και στη σχολαστικότητα. Τόση ενέργεια και δύναμη του νου, φανταστείτε να αφιερώνονταν στο χτίσιμο μιας συνεπούς ηθικής πράξης και όχι μόνο θεωρίας. Φανταστείτε φιλοσόφους να διαπληκτίζονται καθημερινά γύρω μας με την καθεστηκυία άγνοια, ημιμάθεια, αδιαφορία. Να γκρεμίζουν το σαθρό και να ισοπεδώνουν τα χαλάσματα. Να κεντρίζουν την αμφισβήτηση και να συδαυλίζουν τις επαναστάσεις της καθημερινότητας αλλά και εκείνες στο πλήρωμα του χρόνου. Συλλογιστείτε αυτό το ασύλληπτο μπόλιασμα της κοινωνίας με οράματα, όνειρα, ιδέες, ιδανικά. Το ορθώς σκέπτεσθαι δεν είναι χίμαιρα. Η συνέπεια της λογικής (θεωρία) και η λογική της συνέπειας (πράξη) δεν είναι ουτοπικά ιδανικά αλλά περιμένουν να μεταλαμπαδευτούν σε μας, από τους σωστούς ανθρώπους. Δυστυχώς, πέρα από την ασυμμετρία της δράσης τους (θεωρητική κατά κύριο λόγο) οι φιλόσοφοι εξακολουθούν την πάγια και αλαζονική τακτική τους να συναστρέφονται εαυτούς, πράγμα που καθαυτό δε θα ήταν ιδιαιτέρως κολάσιμο αν δεν αναλώνονταν παντελώς μονάχα σε αυτό.
3. Παραδείγματος... μοσχάριν.
Στη βάση αυτή, απορώ που ένα σωρό από αναγνωρισμένους και αξιοσέβαστους στοχαστές της σύγχρονης φιλοσοφίας χρησιμοποιούν τόσο αλλοπρόσαλλα και εξωφρενικά παραδείγματα, πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου. Προφανώς, θέλουν να δείξουν κάτι. Αισθάνονται ότι οφείλουν να απομονώσουν την υπόθεση και το ζητούμενο, από παραμέτρους που μπορεί να αποπροσανατολίσουν ή να θολώσουν την κρίση. Πιστεύουν πως μόνον έτσι θα καταφέρουν να αγγίξουν την ουσία και να αποδείξουν τη θέση τους και την ισχύ τους. Αποδεικνύουν τα πάντα στην ενδέκατη διάσταση μα αφήνουν το τετραδιάστατο κόσμο μας ανέγγιχτο. Όμως τι σημασία έχουν παρόμοια συμπεράσματα όταν στην πραγματική πραγματικότητα καλούμαστε να αποφασίσουμε, για τα σοβαρότερα ζητήματα, εν τω μέσω μιας συναισθηματικής κόλασης; Δεν εννοώ να αφεθούμε στην πυρκαγιά της ψυχής. Εννοώ τι σημασία μπορεί να έχει μια φιλοσόφηση που δεν τα λαμβάνει καθόλου υπόψιν; Επαναμβάνομαι - το ξέρω - αλλά έτσι καταλήγουμε να θεωρούμε ότι η λογική θα μας σώσει από όλα, ακόμη κι από τους εαυτούς μας, απαξιώνοντας τη μιζέρια και την υποκειμενικότητα των συναισθηματισμών. Καταντούμε σαν τον Παύλο, ο οποίος υποβίβασε το βρώμικο και ατελές σώμα και εξύψωσε την αιώνια και καθαρή ψυχή. Τέτοιες διακρίσεις όμως δεν υφίστανται στην πράξη. Όχι στον Καθαρό Λόγο, ούτε στον Άκρατο Οίνο! Ναι στα συμπόσια και στις φιλοσοφικές συζητήσεις που ακολουθούν το πρώτο ποτηράκι, εκείνο με την αναλογία 3:1 νερού προς κρασί. Αυτές οι εικόνες έχουν να μας πουν πολλά. Με άδειο στομάχι δεν υπάρχει τόπος για φιλοσοφία. Ούτε δίχως μια μικρή γουλιά που θα ζεστάνει το αίμα και την καρδιά ελαφρώς, όμως ποτέ υπέρ το δέον.
Απορώ που όλα αυτά τα πνεύματα, δεν έχουν να παρουσιάσουν κάποιο απτό παράδειγμα, ένα παράδειγμα ας πούμε από την ιστορία ή από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Μήπως τελικά γιατί δεν υπάρχει κανένα; Μήπως τελικά γιατί με την αφαίρεση ετούτη κατορθώνουν να αποδείξουν μια υπόθεση, που δεν προκύπτει από καμία πιθανή πραγματικότητα; Μήπως γιατί η ενασχόλησή τους δεν αντλεί από τις αληθινές ανάγκες αλλά από τα φιλοσοφικά τους παιχνιδίσματα; Τείνω να πιστέψω ότι η πολλή αφαίρεση αφαιρεί τελικά και την ουσία. Μάλλον τρέχουμε μπροστά για να προλάβουμε να χτίσουμε την Ηθική του μέλλοντος. Να προνοήσουμε για το "κακό" προτού μας προλάβει, να είμαστε έτοιμη σαν φτάσει η ανάγκη. Αυτό όμως υποστηρίζω ότι δεν είναι, εν γένει, δυνατόν και πως η οποιαδήποτε ηθική, το κύριο σώμα της δηλαδή, χτίζεται σαν συνέπεια των πράξεών μας και όχι νωρίτερα, όπου μονάχα νεφελώματα και σύγχυση καταλαμβάνουν τη σκέψη. Η πράξη συγκεκριμενοποιεί και ξεκαθαρίζει. Για να πάρουμε μια σωστή ιδέα, λοιπόν, περί τίνος τυρβάζουμε, περί της ουσίας ή περί άλλων, χρειάζεται και τα παραδείγματά μας να έχουν την ανάλογη ευστοχία και επαφή με την πραγματικότητα. Αν ένας φιλόσοφος αδυνατεί ή αποφεύγει να μας δώσει ένα τέτοιο παράδειγμα δεν είναι εύλογο να υποψιαστούμε ότι μπορεί και να μην υπάρχει;
4. Δεν απορρέουν όλα από τη λογική.
Η λογική έχει όρια. Όποιος δεν το κατανοεί αυτό δεν του απομένει παρά να φέρεται και να συνδιαλέγεται σαν ανόητος, σαν κατ' επίφαση φιλόσοφος. Από τα "αφελή" παράδοξα του Ζήνωνα (που χρειάστηκαν αιώνες για να καταρριφθούν με βάση τη λογική, γιατί με βάση την πράξη ακυρώνονταν ανά πάσα στιγμή) μέχρι και τα θεωρήματα μη-πληρότητας του Godel, η επηρμένη λογική θα προσκρούει συνεχώς σε τείχη. Αν αυτό είναι απλώς ένα εξελικτικό στάδιο της ανθρώπινης φύσης μου είναι παντελώς αδιάφορο, όταν αυτό είναι το μόνο στάδιο που βιώνει σύμπασα η ανθρωπότητα, τη στιγμή που μιλάμε, και μέσα στα πλαίσια αυτού και μόνον καλείται να βρει μια άκρη στην ύπαρξη και στη δράση της.
Ο φιλόσοφος οφείλει να αναζητά τίμια και ακαταπόνητα την αλήθεια. Μέχρι να ανακαλύψει μία όμως θα πρέπει να σέβεται βασικές διαισθήσεις, που δεν πηγάζουν από καμία απόδειξη. Τι νόημα έχει, για παράδειγμα, να περιμένω από την επιστήμη να μου απαντήσει αν ο άνθρωπος είναι περισσότερο κακός παρά καλός; Τι νόημα έχει αν τα γονίδια μου είναι κατά βάση εγωιστικά ή αν η απαρχή ενός υποτυπώδους αλτρουισμού κρύβεται στους μηχανισμούς της εξελικτικής διαδικασίας; Αρκεί να κοιτάξουμε ένα γύρω τους ανθρώπους που συνυπάρχουν μαζί μας ή που υπήρξαν στους αιώνες. Αρκεί να στρέψουμε μια στάλα το βλέμμα στους ίδιους μας τους εαυτούς. Εκεί θα βρούμε τα πάντα, όσες αλήθειες μας χρειάζονται. Βεβαιότητες καμία κι ομοίως καμία Αλήθεια, όπως αυτή νοείται με το κεφαλαίο Α. Αλλά βρίθει το σύμπαν από αλήθειες τμηματικές και επί μέρους. Τι γυρεύουμε περισσότερο να ανακαλύψουμε; Αν είμαι ξέχωρα καλός Ή κακός (με μια συμβατική αντίληψη των εννοιών) δεν πρόκειται να το απαντήσω ποτέ. Πως είμαι όμως καλός ΚΑΙ κακός, αυτό το γνωρίζω με βεβαιότητα. Αν με απασχολεί η διαβάθμιση αυτό θεωρώ πως είναι εκτός θέματος. Αν με απασχολεί η ερμηνεία και η διαχείρηση, αυτό είναι νόημα και παιχνίδι ζωής ολόκληρης.
Ας πούμε: ο σεβασμός προς τον άνθρωπο, αυτό δεν χρειάζεται να το αποδείξω. Το νιώθω πως κάθε φιλοσοφία πρέπει να ξεκινάει από αυτή τη βάση. Ίσως να μπορεί να κατασκευαστεί μια εκπληκτικά λογικά συνεπής ηθική θεωρία της καταστροφής και της εκμετάλλευσης. Ποιο το νόημα, όμως, όταν μοιραζόμαστε όλοι τα ίδια πάνω κάτω συναισθήματα του πόνου και της μοναξιάς, να επιζητήσουμε ο,τιδήποτε προς την κατεύθυνση αυτή (της καταστροφής); Θα μου πείτε, κάνεις λάθος, δεν μοιραζόμαστε όλοι τα ίδια πράγματα. Αλλιώς δε θα υπήρχε θέση για βία και φονικό στον κόσμο. Μα σας είπα, δεν τίθεται θέμα διαβάθμισης. Εγώ δε μιλάω για την ένταση μιας αλήθειας αλλά για την "αληθινότητά" της. Κάποιοι νοιάζονται μόνο για την οικογένειά τους, κάποιοι για όλα τα πλάσματα του κόσμου, κάποιοι μόνο για πάρτη τους. Η διαβάθμιση της έγνοιας δεν κάνει την έγνοια λιγότερο ή περισσότερο αληθινή. Αυτό εννοώ.
Μην το κουράσουμε, όμως, περισσότερο σε αυτό το σημείο. Ίσως, κάποτε το αναλύσω διεξοδικότερα. Ορθώς φιλοσοφείν σημαίνει, για μένα, αναγνωρίζω τα όρια της λογικής μου, ξέρω πού να σταματήσω τα μπαλώματα και, από κει και πέρα, να αντέχω να συνεχίζω γυμνός. Γυμνός όχι από ντροπή ή από ένδεια σκέψης, αλλά από δυσφορία ή απέχθεια για τους βαρύτιμους επενδύτες, οι οποίοι μας προσδίδουν μια κάποια λάμψη αλλά από κάτω τους το σώμα και ο νους ασφυκτιά ή, πολύ χειρότερα, ψυχορραγεί.
- - -
Φυσικά και γνωρίζω ότι το κείμενο βρίθει ανακριβειών, παρεξηγήσεων, γενικεύσεων και ότι διακατέχεται από μία παντελή άγνοια πολλών και βασικών εννοιών. Αλλά αυτό ήταν και το ζητούμενο. Παραθέτοντας τις ατελείς μου θέσεις και στοιχειοθετώντας το αφελές προσπαθώ αυτό ακριβώς: να προσδιορίσω τις αδυναμίες μου και να τις εξαλείψω. Ολοκληρώνοντας το κείμενο με ετούτη την κατακλείδα έχω ήδη επαναπροσδιορίσει πολλά πράγματα μέσα στο μυαλό μου κι έπεται φαντάζομαι συνέχεια. Ωστόσο, κλείνοντας διαπιστώνω ότι μια πεποίθηση έμεινε μέσα μου ακλόνητη και πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο ορθός τρόπος του φιλοσοφείν περιλαμβάνει και μια ιδέα διαίσθησης. Ένα μικρό άλμα "σοφίας" που γαληνεύει θωπεύοντας γλυκά, χωρίς να αποκοιμίζει, την άγρια και αλαζονική, ψυχρή λογική, η οποία έχει μια τάση να κατασπαράζει τα σωθικά της. Ένα άλμα "σοφίας" που πηγάζει από την ορθή παρατήρηση και τριβή με τα ανθρώπινα, το οποίο επέρχεται με τα χρονια, την εμπειρία και φυσικά την καλή θέληση και την τιμιότητα.
27 Σεπ 2007
Ζωή - Γλώσσα: 0 - 1
Αναρωτιέμαι μήπως μπορούμε να ανακαλύψουμε κάποια μορφή αλήθειας στην παρακάτω σκέψη: ότι δηλαδή η ανάπτυξη της γλώσσας - ο τεμαχισμός με άλλα λόγια της νόησης σε λέξεις - υποβάθμισε ποιοτικά το βίωμα, όπως ακριβώς η ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας υποβάθμισε ποιοτικά την αναλογική συνέχεια, τεμαχίζοντάς την σε προσεγγίσεις ψηφίων. Η σκέψη αυτή με βασάνισε για κάποιο διάστημα, εδώ και πολύ καιρό, όταν από κάποιαν αφορμή έφερα στο νου μου τις διαμαρτυρίες μιας μερίδας τραγουδιστών της όπερας, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως οι νέες ηχογραφήσεις, με τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας, είχαν σαν αποτέλεσμα την αλλοίωση της φωνής τους.
Οι παρατηρήσεις αυτές κάθε άλλο παρά άστοχες ήταν, καθώς σήμερα λίγο-πολύ όλοι γνωρίζουμε ότι η ψηφιοποίηση άλλο δεν είναι παρά μια, κατά το δυνατόν συνεπής, μαθηματική προσέγγιση της πραγματικότητας και όχι μια, κατά το δυνατόν, συνεπής, σύλληψη αυτής. Θα μπορούσαμε δηλαδή να συμπεράνουμε πως η διαδικασία της ψηφιοποίησης κινείται αντικείμενη στην πραγματικότητα και όχι υποκείμενη σε αυτή, όπως μια αναλογική διαδικασία. Φανταστείτε, για παράδειγμα, τη διαφορά ενός ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται πάνω σε μια βάρκα και παρασύρεται αρμονικά στο γλυκό της λίκνισμα, κι ενός άλλου που, στεκάμενος λίγα μέτρα πιο πέρα σε μια στέρεη προκυμαία, προσπαθεί ταλαντώνοντας το σώμα του πάνω-κάτω και δεξιά-αριστερά να μιμηθεί το ίδιο λίκνισμα. Η αναλογία πιστεύω πως είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Η μαθηματική προσέγγιση ενός ήχου, μιας εικόνας, κλπ. όσο τέλεια ή αυστηρή κι αν καυχιέται πως είναι, δεν πρόκειται παρά για μία προσέγγιση, περικλείει δηλαδή εξ' ορισμού μια ιδέα μούχλας. Ωστόσο, οι αναλογικές φιλοδοξίες ήταν αρκούντως τίμιες, καθώς οι τριγωνομετρικές συναρτήσεις διατηρούσαν κάτι από την αρχική πνοή ενός ήχου και οι οι καθοδικές λυχνίες μια σπίθα από την αρχική λάμψη ενός ηλιοβασιλέματος.
Ως εδώ υπήρχε μια κάποια συνέχεια και αυτό ήταν κάτι. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν άρδην (προς το χειρότερο) όταν με την τεχνολογική μας αλαζονεία, σαν άλλοι Φρανκεστάιν, πιστέψαμε πως θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ζωή από θραύσματα ζωής. Με το ηλεκτρονικό μας νυστέρι κι αφού ξαπλώσαμε τον ήχο και το φως πάνω στους χειρουργικούς μας ημιαγωγούς, αρχίσαμε να τεμαχίζουμε κατά βούληση και κατά σύμβαση. Κι απ' αυτά τα τεμάχια, κόψε-ράψε, αφαιρέσαμε καθετί "άχρηστο" - συχνότητες απρόσιτες στην ακοή, αποχρώσεις αδιάφορες στο μάτι - κι έπειτα επανασυνθέσαμε το "χρήσιμο", σε μιαν περιαυτολογική στρογγυλοποίηση, σε τρία ή δεκατρία δεκαδικά ψηφία. Όμως τι σημασία έχει, να μετατρέψεις το "άρρητο" σε "ρητό" ευνουχίζοντάς το; Αφαιρέσαμε από το "περιττό" μια μονάδα για να το καταστήσουμε "άρτιο", μήπως όμως τελικά το καταστήσαμε κουτσό; Να στριμώξεις τη "Σονάτα του Σεληνόφωτος" σε μερικά εκατομμύρια ψηφία είναι κάτι, δε λέω. Μήπως όμως στα δεκαδικά που σβήσαμε, χάσαμε ανεπιστρεπτί και κάτι απ' την ουσία της; Εικάζω, δεν συμπεραίνω. Και προχωρώ.
Έχοντας τα προηγούμενα κατά νου, ας εξετάσουμε τώρα την αρχική αναλογία. Αποτελούν οι λέξεις, κατά συνέπεια και η γλώσσα, αν όχι τροχοπέδη, τουλάχιστον ένα μικρό αγκάθι στο καθημερινή μας αντίληψη και τα βιώματα; Ας φανταστούμε μια πρωτόγονη μορφή ύπαρξης, όπου η γλωσσική ικανότητα δεν έχει ξεπεράσει ακόμη το στάδιο των γρυλισμών και των μυκηθμών. Στο στάδιο αυτό, ας αναρωτηθούμε, ποια θα μπορούσε να είναι η αντίληψη αυτού του πρωτόγονου για τα ποικίλα αντικείμενα που τον περιέβαλαν, πχ. για ένα δέντρο (προσφιλές μου παράδειγμα); Ποια άλλη, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι πέρα από το προσωπικό του βίωμα, την αλληλεπίδρασή του δηλαδή με το δέντρο; Ετούτη η αλήθεια έθετε, εξ' ορισμού, ως προϋπόθεση μια αμεσότητα ανθρώπου και δέντρου.
Στη συνέχεια, με την ανάπτυξη μια στοιχειώδους γλωσσικής επικοινωνίας, η λέξη "δέντρο" ήρθε αρχικά να συμβολίσει το αντικείμενο (το οποίο αργότερα κατέληξε να υποκαταστήσει, εις βάρος φυσικά του τελευταίου). Δεν μ' ενδιαφέρει, αυτή τη στιγμή, αν η λέξη κατείχε αρχικά μαγική, επικοινωνιακή ή άλλη δύναμη, στις πρώτες εκείνες κοινωνίες. Μ' ενδιαφέρει περισσότερο η κατοπινή εξέλιξή της. Θεωρώ, λοιπόν (ίσως λανθασμένα, δεν το γνωρίζω), ότι η λέξη σιγά-σιγά υποκατέστησε στη νόηση το πραγματικό αντικείμενο που συμβόλιζε, αποκτώντας κατ' αυτόν τον τρόπο εξουσία πάνω του, ορίζοντάς το, άρα περιορίζοντάς το. Με το πέρασμα των αιώνων, οι αναπτυσσόμενες κοινωνίες δεχτήκανε συμβατικά, χάριν επικοινωνίας, το τι μπορεί να σημαίνει "δέντρο", "ποτάμι", "ντιβανοκασέλα", "κοκορέτσι", κλπ. Μέσα από συγκεκριμένες περιστάσεις η κάθε λέξη φορτιζόταν με συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο, από το οποίο κοινωνούσαν όλα τα μέλη της κοινωνίας. Έτσι, το πιο συχνά, οι άνθρωποι από τα γεννοφάσκια τους εκτίθενταν πρώτα στην κοινωνική φόρτιση ή τον ορισμό της λέξης και ακολουθούσε κατόπιν η προσωπική μύηση στο αντικείμενο, αυτό καθαυτό.
Έτσι καταλήγουμε, σήμερα, να υπάρχουν παιδάκια που γνωρίζουν άψογα τη λέξη "γαϊδουράκι" και την εικόνα του, ωστόσο ποτέ στη ζωή τους δεν έχουν δει ένα από κοντά. Καταλήγουμε σ' εκείνο το παντελώς ηλίθιο, μέσα στην τραγικότητά του, συμβάν σ' ένα ζωολογικό κήπο των ΗΠΑ, όπου κάποιο παιδάκι κατασπαράχθηκε ανηλεώς από την αρκούδα που προσπάθησε να χαϊδέψει γιατί του θύμιζε τον "Γουίνι το αρκουδάκι" ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Το παράδειγμα, μπορεί να αφορά εικόνα και όχι λέξη, όμως η αναλογία είναι προφανής και σε λεκτικό επίπεδο. Έχουμε καταλήξει να χρησιμοποιούμε σωρούς λέξεων και εννοιών που αντιπροσωπεύουν άγνωστα σε εμάς (ή ελλιπώς γνωστά) αντικείμενα της εμπειρίας ή ακόμη και του πνεύματος.
Το αποτέλεσμα είναι ευνόητο: αντί η νόηση του περιβάλλοντος κόσμου να αποτελεί ευθεία και αδιάλειπτη συνέπεια των ερεθισμάτων που γεννώνταν από την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον κόσμο αυτόν, συνέβη μια σχετική αντιστροφή. Έτσι, μόλις το ερέθισμα κατέληγε στο νου, ανακάλυπτε πως ο τελευταίος ήταν ήδη κατατμημένος σε κατηγορίες και οχυρωμένος σε προμαχώνες. Αναγκάστηκε λοιπόν, και το ερέθισμα με τη σειρά του, να τεμαχιστεί ομοίως σε κατηγορίες και να στριμωχτεί άτσαλα στις αντίστοιχες επάλξεις του νου, εγκαταλείποντας και αδιαφορώντας για το μέρος εκείνο που "δεν το χωράει ο νους", που περισσεύει, άρα που είναι "άχρηστο". Δηλαδή, η αντίληψη μας της πραγματικότητας, κατέληξε να παραδέρνει τεμαχισμένη (αν όχι κονιορτοποιημένη) σε λέξεις, οι οποίες άλλο δεν είναι παρά κλάσματα της πραγματικότητας. Έχασε τη συγκροτημένη ασάφεια ενός κύματος και κέρδισε κάτι από την ασαφή συγκρότηση ενός κβάντου. Έτσι, καταλήγουμε να αποδεχόμαστε συχνά το παρακάτω αποστειρωμένο δόγμα, πως δηλαδή χωρίς συγκεκριμένους και σαφείς ορισμούς και λέξεις θα ήταν αδύνατον να φτάσουμε σε λογικά συμπεράσματα, λες και όλη η υπαρξιακή μας συμπερασματολογία θα ήταν ποτέ δυνατόν να σταθεί όρθια νοητικά και μόνον. Λες και το βίωμα, ο υποκειμενισμός, η αλληλεπίδραση, δεν έχουν τη δύναμη να συμπληρώσουν - αν όχι και να υποκαταστήσουν - τα νοητικά μας σκαριφήματα και να φτάσουν έτσι σε συμπεράσματα και λύσεις.
Πολύ φοβάμαι πως οι δυνατότητες, με τις οποίες μας προίκισε η όποια γλωσσική ικανότητα, για αφηρημένη και αφαιρετική σκέψη, κατάφεραν να καταστήσουν αφηρημένο ακόμη και το συγκεκριμένο, όπως επίσης κατάφεραν να αφαιρέσουν το εύρος της αντίληψης για το βάθος (ή το ύψος) της, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το "βάθος". Πρέπει να θαυμάσουμε ή να εξοργιστούμε, με τον Πλάτωνα που τελειοποίησε αυτή τη διαδικασία; Όταν το αντικείμενο υποκαταστήθηκε από τη λέξη, ελεύθερος πια ο ανθρώπινος νους να στοχάζεται το αντικείμενο χωρίς το αντικείμενο, ανήγαγε όπως ήταν αναμενόμενο το αντικείμενο σε ιδέα. Αυτό δεν είχε ως κρισιμότερη συνέπεια την υπερτίμηση της ιδέας, αλλά τουναντίον την υποτίμηση του αντικειμένου. Πάντως, αν και συχνά με παρασύρει ο ίδιος μου ο λόγος, δεν έχω την πρόθεση να σταθώ κριτής, απέναντι σε κάτι που δεν αποτέλεσε συνειδητή επιλογή (πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε;), αλλά φυσική εξέλιξη. Θα προσπαθήσω να συνεχίσω με λόγο περισσότερο νηφάλιο από πριν.
Εφόσον, λοιπόν, αποδεχτούμε κάποια ελάχιστα ψήγματα αλήθειας σε όσα αναφέρθηκαν πρωτύτερα, πως δηλαδή οι λέξεις τεμάχισαν την άρρητη πραγματικότητα σε ρητά κλάσματα αυτής, τότε τι να υποθέσουμε για τη μοίρα πιο αφηρημένων εκφάνσεων του βίου, όπως πχ. η αγάπη, η οργή, η φιλία, ο έρωτας, το μίσος, η ανία, η μελαγχολία, κλπ; Όλες αυτές οι έννοιες, δεν είναι τίποτε λιγότερο από προσωπικά βιώματα, από ζωντανές και συνεχείς ροπές και ροές αλληλεπιδράσεων μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντός του, ένα αστείρευτο συναισθηματικό εργαστήρι. Όταν χάσουμε την αμεσότητα και την εγρήγορση απέναντι στο ειλικρινές και αυθόρμητο συναίσθημα της εμπειρίας, τότε παλεύουμε ματαίως να προσδιορίσουμε και να ορίσουμε τη λέξη, την έννοια που αντιστοιχεί στην εμπειρία ετούτη. Έτσι προκύπτει η κατάτμηση, που εξέτασα προηγουμένως, ή με άλλα λόγια η υποβάθμιση.
Μην τα ξαναλέμε. Η λέξη με τον καιρό φορτίζεται με πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο - ακόμη κι αν αυτό το περιεχόμενο είναι η ίδια της η ασάφεια - και είναι αυτή που μας υποδεικνύει το πλάτος και το βάθος του συναισθήματος. Τι εννοούμε, για παράδειγμα, με την "αγάπη"; Είναι η λέξη εκείνη που καλείται να περιγράψει το βίωμα ή μήπως το βίωμα καλείται να συμμορφωθεί με τη λέξη; Τελικά, αγαπούμε πραγματικά ο,τιδήποτε ή το μόνο που αγαπούμε είναι η "αγάπη";
Με την σύλληψη και τη χρήση των λέξεων, πέσαμε αναπόφευκτα στην παγίδα των ορισμών. "Χαμένοι στη μετάφραση" ξεχάσαμε κι αυτά που γνωρίζαμε. Μα υπάρχουν ορισμοί για το υποκειμενικό ή το απροσμέτρητο; Να το κόψεις και να το ράψεις σε χίλιους ορισμούς, είναι το πιο εύκολο, όπως μπορεί να υπάρχουν δεκάδες αλγόριθμοι ικανοί να κωδικοποιήσουν σε ψηφία έναν ήχο ή μια εικόνα. Το πιο δύσκολο κρύβεται στην αντίστροφη διαδικασία. Σαν χρειαστούμε κάποτε να ανασυνθέσουμε από τα τεμάχια την αρχική εμπειρία. Τότε διαπιστώνουμε έντρομοι πως απ' το παζλ λείπουν κομμάτια. Συνειδητοποιούμε με φρίκη πως η φωνή μας δεν είναι αυτή η ίδια που γνωρίζαμε μέχρι τώρα, παρά αντηχεί αλλιώτικη και ίσως ξένη. Αντιλαμβανόμαστε, εκεί στο χείλος ενός γκρεμού, πως ένα όλον υπερβαίνει κατά τι το σύνολο των μερών, απ' τα οποία συντίθεται. Έτσι ζαλισμένοι, στεκόμαστε μπροστά στο "Κεφάλι του Τούρκου" από τα παλιά μου "Ιζνογκούντ". Κι εκείνος που θα ανακαλύψει και θα τοποθετήσει το τελευταίο κομμμάτι, ο πρώτος που θα αντικρύσει την εικόνα ολοκληρωμένη και ακέραια, διαμιάς θα εξαφανιστεί από προσώπου γης. Που σημαίνει πως όταν κι η τελευταία λέξη, κι ο τελευταίος ορισμός, βρουν την κατάλληλη θέση τους, τότε θα χαθούν μέσα σε αυτό που προσπαθούν να περιγράψουν. Χαμένος μέσα στη συνέχεια τις εμπειρίας, χωρίς τις νοητικές του πατερίτσες, αυτός ο τυχερός άνθρωπος θα αναγεννηθεί ξανά σαν πρωτόπλαστος, απαλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα της γνώσης. Εκεί, στη μέση μιας χαμένης Εδέμ, δίχως την ευλογία ή την κατάρα μια γλώσσας, δίχως λέξεις να περιγράφουν την αμαρτία ή την τιμωρία, θα μπορεί να γεύεται τα πάντα. Εν αρχή ην ο Παράδεισος. Ο Λόγος ήρθε μετά...
Οι παρατηρήσεις αυτές κάθε άλλο παρά άστοχες ήταν, καθώς σήμερα λίγο-πολύ όλοι γνωρίζουμε ότι η ψηφιοποίηση άλλο δεν είναι παρά μια, κατά το δυνατόν συνεπής, μαθηματική προσέγγιση της πραγματικότητας και όχι μια, κατά το δυνατόν, συνεπής, σύλληψη αυτής. Θα μπορούσαμε δηλαδή να συμπεράνουμε πως η διαδικασία της ψηφιοποίησης κινείται αντικείμενη στην πραγματικότητα και όχι υποκείμενη σε αυτή, όπως μια αναλογική διαδικασία. Φανταστείτε, για παράδειγμα, τη διαφορά ενός ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται πάνω σε μια βάρκα και παρασύρεται αρμονικά στο γλυκό της λίκνισμα, κι ενός άλλου που, στεκάμενος λίγα μέτρα πιο πέρα σε μια στέρεη προκυμαία, προσπαθεί ταλαντώνοντας το σώμα του πάνω-κάτω και δεξιά-αριστερά να μιμηθεί το ίδιο λίκνισμα. Η αναλογία πιστεύω πως είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Η μαθηματική προσέγγιση ενός ήχου, μιας εικόνας, κλπ. όσο τέλεια ή αυστηρή κι αν καυχιέται πως είναι, δεν πρόκειται παρά για μία προσέγγιση, περικλείει δηλαδή εξ' ορισμού μια ιδέα μούχλας. Ωστόσο, οι αναλογικές φιλοδοξίες ήταν αρκούντως τίμιες, καθώς οι τριγωνομετρικές συναρτήσεις διατηρούσαν κάτι από την αρχική πνοή ενός ήχου και οι οι καθοδικές λυχνίες μια σπίθα από την αρχική λάμψη ενός ηλιοβασιλέματος.
Ως εδώ υπήρχε μια κάποια συνέχεια και αυτό ήταν κάτι. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν άρδην (προς το χειρότερο) όταν με την τεχνολογική μας αλαζονεία, σαν άλλοι Φρανκεστάιν, πιστέψαμε πως θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ζωή από θραύσματα ζωής. Με το ηλεκτρονικό μας νυστέρι κι αφού ξαπλώσαμε τον ήχο και το φως πάνω στους χειρουργικούς μας ημιαγωγούς, αρχίσαμε να τεμαχίζουμε κατά βούληση και κατά σύμβαση. Κι απ' αυτά τα τεμάχια, κόψε-ράψε, αφαιρέσαμε καθετί "άχρηστο" - συχνότητες απρόσιτες στην ακοή, αποχρώσεις αδιάφορες στο μάτι - κι έπειτα επανασυνθέσαμε το "χρήσιμο", σε μιαν περιαυτολογική στρογγυλοποίηση, σε τρία ή δεκατρία δεκαδικά ψηφία. Όμως τι σημασία έχει, να μετατρέψεις το "άρρητο" σε "ρητό" ευνουχίζοντάς το; Αφαιρέσαμε από το "περιττό" μια μονάδα για να το καταστήσουμε "άρτιο", μήπως όμως τελικά το καταστήσαμε κουτσό; Να στριμώξεις τη "Σονάτα του Σεληνόφωτος" σε μερικά εκατομμύρια ψηφία είναι κάτι, δε λέω. Μήπως όμως στα δεκαδικά που σβήσαμε, χάσαμε ανεπιστρεπτί και κάτι απ' την ουσία της; Εικάζω, δεν συμπεραίνω. Και προχωρώ.
Έχοντας τα προηγούμενα κατά νου, ας εξετάσουμε τώρα την αρχική αναλογία. Αποτελούν οι λέξεις, κατά συνέπεια και η γλώσσα, αν όχι τροχοπέδη, τουλάχιστον ένα μικρό αγκάθι στο καθημερινή μας αντίληψη και τα βιώματα; Ας φανταστούμε μια πρωτόγονη μορφή ύπαρξης, όπου η γλωσσική ικανότητα δεν έχει ξεπεράσει ακόμη το στάδιο των γρυλισμών και των μυκηθμών. Στο στάδιο αυτό, ας αναρωτηθούμε, ποια θα μπορούσε να είναι η αντίληψη αυτού του πρωτόγονου για τα ποικίλα αντικείμενα που τον περιέβαλαν, πχ. για ένα δέντρο (προσφιλές μου παράδειγμα); Ποια άλλη, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι πέρα από το προσωπικό του βίωμα, την αλληλεπίδρασή του δηλαδή με το δέντρο; Ετούτη η αλήθεια έθετε, εξ' ορισμού, ως προϋπόθεση μια αμεσότητα ανθρώπου και δέντρου.
Στη συνέχεια, με την ανάπτυξη μια στοιχειώδους γλωσσικής επικοινωνίας, η λέξη "δέντρο" ήρθε αρχικά να συμβολίσει το αντικείμενο (το οποίο αργότερα κατέληξε να υποκαταστήσει, εις βάρος φυσικά του τελευταίου). Δεν μ' ενδιαφέρει, αυτή τη στιγμή, αν η λέξη κατείχε αρχικά μαγική, επικοινωνιακή ή άλλη δύναμη, στις πρώτες εκείνες κοινωνίες. Μ' ενδιαφέρει περισσότερο η κατοπινή εξέλιξή της. Θεωρώ, λοιπόν (ίσως λανθασμένα, δεν το γνωρίζω), ότι η λέξη σιγά-σιγά υποκατέστησε στη νόηση το πραγματικό αντικείμενο που συμβόλιζε, αποκτώντας κατ' αυτόν τον τρόπο εξουσία πάνω του, ορίζοντάς το, άρα περιορίζοντάς το. Με το πέρασμα των αιώνων, οι αναπτυσσόμενες κοινωνίες δεχτήκανε συμβατικά, χάριν επικοινωνίας, το τι μπορεί να σημαίνει "δέντρο", "ποτάμι", "ντιβανοκασέλα", "κοκορέτσι", κλπ. Μέσα από συγκεκριμένες περιστάσεις η κάθε λέξη φορτιζόταν με συγκεκριμένο νόημα και περιεχόμενο, από το οποίο κοινωνούσαν όλα τα μέλη της κοινωνίας. Έτσι, το πιο συχνά, οι άνθρωποι από τα γεννοφάσκια τους εκτίθενταν πρώτα στην κοινωνική φόρτιση ή τον ορισμό της λέξης και ακολουθούσε κατόπιν η προσωπική μύηση στο αντικείμενο, αυτό καθαυτό.
Έτσι καταλήγουμε, σήμερα, να υπάρχουν παιδάκια που γνωρίζουν άψογα τη λέξη "γαϊδουράκι" και την εικόνα του, ωστόσο ποτέ στη ζωή τους δεν έχουν δει ένα από κοντά. Καταλήγουμε σ' εκείνο το παντελώς ηλίθιο, μέσα στην τραγικότητά του, συμβάν σ' ένα ζωολογικό κήπο των ΗΠΑ, όπου κάποιο παιδάκι κατασπαράχθηκε ανηλεώς από την αρκούδα που προσπάθησε να χαϊδέψει γιατί του θύμιζε τον "Γουίνι το αρκουδάκι" ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Το παράδειγμα, μπορεί να αφορά εικόνα και όχι λέξη, όμως η αναλογία είναι προφανής και σε λεκτικό επίπεδο. Έχουμε καταλήξει να χρησιμοποιούμε σωρούς λέξεων και εννοιών που αντιπροσωπεύουν άγνωστα σε εμάς (ή ελλιπώς γνωστά) αντικείμενα της εμπειρίας ή ακόμη και του πνεύματος.
Το αποτέλεσμα είναι ευνόητο: αντί η νόηση του περιβάλλοντος κόσμου να αποτελεί ευθεία και αδιάλειπτη συνέπεια των ερεθισμάτων που γεννώνταν από την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον κόσμο αυτόν, συνέβη μια σχετική αντιστροφή. Έτσι, μόλις το ερέθισμα κατέληγε στο νου, ανακάλυπτε πως ο τελευταίος ήταν ήδη κατατμημένος σε κατηγορίες και οχυρωμένος σε προμαχώνες. Αναγκάστηκε λοιπόν, και το ερέθισμα με τη σειρά του, να τεμαχιστεί ομοίως σε κατηγορίες και να στριμωχτεί άτσαλα στις αντίστοιχες επάλξεις του νου, εγκαταλείποντας και αδιαφορώντας για το μέρος εκείνο που "δεν το χωράει ο νους", που περισσεύει, άρα που είναι "άχρηστο". Δηλαδή, η αντίληψη μας της πραγματικότητας, κατέληξε να παραδέρνει τεμαχισμένη (αν όχι κονιορτοποιημένη) σε λέξεις, οι οποίες άλλο δεν είναι παρά κλάσματα της πραγματικότητας. Έχασε τη συγκροτημένη ασάφεια ενός κύματος και κέρδισε κάτι από την ασαφή συγκρότηση ενός κβάντου. Έτσι, καταλήγουμε να αποδεχόμαστε συχνά το παρακάτω αποστειρωμένο δόγμα, πως δηλαδή χωρίς συγκεκριμένους και σαφείς ορισμούς και λέξεις θα ήταν αδύνατον να φτάσουμε σε λογικά συμπεράσματα, λες και όλη η υπαρξιακή μας συμπερασματολογία θα ήταν ποτέ δυνατόν να σταθεί όρθια νοητικά και μόνον. Λες και το βίωμα, ο υποκειμενισμός, η αλληλεπίδραση, δεν έχουν τη δύναμη να συμπληρώσουν - αν όχι και να υποκαταστήσουν - τα νοητικά μας σκαριφήματα και να φτάσουν έτσι σε συμπεράσματα και λύσεις.
Πολύ φοβάμαι πως οι δυνατότητες, με τις οποίες μας προίκισε η όποια γλωσσική ικανότητα, για αφηρημένη και αφαιρετική σκέψη, κατάφεραν να καταστήσουν αφηρημένο ακόμη και το συγκεκριμένο, όπως επίσης κατάφεραν να αφαιρέσουν το εύρος της αντίληψης για το βάθος (ή το ύψος) της, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το "βάθος". Πρέπει να θαυμάσουμε ή να εξοργιστούμε, με τον Πλάτωνα που τελειοποίησε αυτή τη διαδικασία; Όταν το αντικείμενο υποκαταστήθηκε από τη λέξη, ελεύθερος πια ο ανθρώπινος νους να στοχάζεται το αντικείμενο χωρίς το αντικείμενο, ανήγαγε όπως ήταν αναμενόμενο το αντικείμενο σε ιδέα. Αυτό δεν είχε ως κρισιμότερη συνέπεια την υπερτίμηση της ιδέας, αλλά τουναντίον την υποτίμηση του αντικειμένου. Πάντως, αν και συχνά με παρασύρει ο ίδιος μου ο λόγος, δεν έχω την πρόθεση να σταθώ κριτής, απέναντι σε κάτι που δεν αποτέλεσε συνειδητή επιλογή (πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε;), αλλά φυσική εξέλιξη. Θα προσπαθήσω να συνεχίσω με λόγο περισσότερο νηφάλιο από πριν.
Εφόσον, λοιπόν, αποδεχτούμε κάποια ελάχιστα ψήγματα αλήθειας σε όσα αναφέρθηκαν πρωτύτερα, πως δηλαδή οι λέξεις τεμάχισαν την άρρητη πραγματικότητα σε ρητά κλάσματα αυτής, τότε τι να υποθέσουμε για τη μοίρα πιο αφηρημένων εκφάνσεων του βίου, όπως πχ. η αγάπη, η οργή, η φιλία, ο έρωτας, το μίσος, η ανία, η μελαγχολία, κλπ; Όλες αυτές οι έννοιες, δεν είναι τίποτε λιγότερο από προσωπικά βιώματα, από ζωντανές και συνεχείς ροπές και ροές αλληλεπιδράσεων μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντός του, ένα αστείρευτο συναισθηματικό εργαστήρι. Όταν χάσουμε την αμεσότητα και την εγρήγορση απέναντι στο ειλικρινές και αυθόρμητο συναίσθημα της εμπειρίας, τότε παλεύουμε ματαίως να προσδιορίσουμε και να ορίσουμε τη λέξη, την έννοια που αντιστοιχεί στην εμπειρία ετούτη. Έτσι προκύπτει η κατάτμηση, που εξέτασα προηγουμένως, ή με άλλα λόγια η υποβάθμιση.
Μην τα ξαναλέμε. Η λέξη με τον καιρό φορτίζεται με πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο - ακόμη κι αν αυτό το περιεχόμενο είναι η ίδια της η ασάφεια - και είναι αυτή που μας υποδεικνύει το πλάτος και το βάθος του συναισθήματος. Τι εννοούμε, για παράδειγμα, με την "αγάπη"; Είναι η λέξη εκείνη που καλείται να περιγράψει το βίωμα ή μήπως το βίωμα καλείται να συμμορφωθεί με τη λέξη; Τελικά, αγαπούμε πραγματικά ο,τιδήποτε ή το μόνο που αγαπούμε είναι η "αγάπη";
Με την σύλληψη και τη χρήση των λέξεων, πέσαμε αναπόφευκτα στην παγίδα των ορισμών. "Χαμένοι στη μετάφραση" ξεχάσαμε κι αυτά που γνωρίζαμε. Μα υπάρχουν ορισμοί για το υποκειμενικό ή το απροσμέτρητο; Να το κόψεις και να το ράψεις σε χίλιους ορισμούς, είναι το πιο εύκολο, όπως μπορεί να υπάρχουν δεκάδες αλγόριθμοι ικανοί να κωδικοποιήσουν σε ψηφία έναν ήχο ή μια εικόνα. Το πιο δύσκολο κρύβεται στην αντίστροφη διαδικασία. Σαν χρειαστούμε κάποτε να ανασυνθέσουμε από τα τεμάχια την αρχική εμπειρία. Τότε διαπιστώνουμε έντρομοι πως απ' το παζλ λείπουν κομμάτια. Συνειδητοποιούμε με φρίκη πως η φωνή μας δεν είναι αυτή η ίδια που γνωρίζαμε μέχρι τώρα, παρά αντηχεί αλλιώτικη και ίσως ξένη. Αντιλαμβανόμαστε, εκεί στο χείλος ενός γκρεμού, πως ένα όλον υπερβαίνει κατά τι το σύνολο των μερών, απ' τα οποία συντίθεται. Έτσι ζαλισμένοι, στεκόμαστε μπροστά στο "Κεφάλι του Τούρκου" από τα παλιά μου "Ιζνογκούντ". Κι εκείνος που θα ανακαλύψει και θα τοποθετήσει το τελευταίο κομμμάτι, ο πρώτος που θα αντικρύσει την εικόνα ολοκληρωμένη και ακέραια, διαμιάς θα εξαφανιστεί από προσώπου γης. Που σημαίνει πως όταν κι η τελευταία λέξη, κι ο τελευταίος ορισμός, βρουν την κατάλληλη θέση τους, τότε θα χαθούν μέσα σε αυτό που προσπαθούν να περιγράψουν. Χαμένος μέσα στη συνέχεια τις εμπειρίας, χωρίς τις νοητικές του πατερίτσες, αυτός ο τυχερός άνθρωπος θα αναγεννηθεί ξανά σαν πρωτόπλαστος, απαλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα της γνώσης. Εκεί, στη μέση μιας χαμένης Εδέμ, δίχως την ευλογία ή την κατάρα μια γλώσσας, δίχως λέξεις να περιγράφουν την αμαρτία ή την τιμωρία, θα μπορεί να γεύεται τα πάντα. Εν αρχή ην ο Παράδεισος. Ο Λόγος ήρθε μετά...
21 Σεπ 2007
Φιλοσοφούμε τώρα ή παίζουμε;
Αφορμή γι' αυτό το κειμενάκι στάθηκε το παρακάτω απόσπασμα από ένα άρθρο του περιοδικού "Cogito". Πιο συγκεκριμένα, στο τεύχος 4 του Φεβρουαρίου 2006, ο Λευτέρης Φαρμάκης (απαντώντας σε προηγούμενο άρθρο "Γιατί σήμερα δε διαβάζει κανείς (αγγλόφωνη αναλυτική) φιλοσοφία") εξηγεί "Γιατί θα έπρεπε να διαβάζει κανείς σήμερα αγγλόφωνη αναλυτική φιλοσοφία". Μέσα σε όλα, λοιπόν, τελειώνοντας γράφει και το εξής:
"Για παράδειγμα, στο ερώτημα "ποιο είναι το νόημα της ζωής;", το περισσότερο που μπορεί να πει ένας αναλυτικός φιλόσοφος είναι ότι το ερώτημα δεν υφίσταται ουσιαστικά. Νόημα έχουν οι λέξεις και οι προτάσεις και όχι τα φυσικά φαινόμενα, κατά συνέπεια το ερώτημα οφείλει να τροποποιηθεί σε "ποιο είναι το νόημα της "ζωής" ". Πολύ αμφιβάλλω όμως ότι αυτή η απάντηση θα ικανοποιήσει το μέσο αναγνώστη".
Όχι απλά ως μη-ειδικός αλλά, πολύ περισσότερο, ως παντελώς άσχετος με το ζήτημα της αναλυτικής φιλοσοφίας στερούμαι των κατάλληλων γνώσεων και εργαλείων, ώστε να αντιτάξω κάποιο αξιόλογο επιχείρημα στο υπόλοιπο κείμενο. Ωστόσο, έχω την αίσθηση (αόριστη το παραδέχομαι) ότι ο αρθρογράφος δεν καταφέρνει να πείσει, τελικά, κανέναν να ασχοληθεί με την αναλυτική φιλοσοφία (την αγγλόφωνη βεβαίως-βεβαίως), παρά μόνο από μια κάποια... λύπηση. Όλες αυτές οι κατηγορίες εναντίον της, που αναδεικνύονται καταφανώς προκειμένου να ανασκευαστούν και να αρθούν, δεν καταφέρνουν να εξαλείψουν την πικρή γεύση απογοήτευσης που απομένει στο τέλος και να προσφέρουν κάτι περισσότερο, από μια διακριτική, ίσως, αναγνώριση της προσφοράς της. Αλλα θα σταθώ σε αυτήν την τελευταία παρατήρηση, σ' αυτό το μικρό απόσπασμα που παράθεσα, όπου πραγματικά πετυχαίνουμε διάνα στην... αστοχία της αναλυτικής φιλοσοφίας να προσεγγίσει ένα ευρύτερο κοινό. Σε αυτό, τουλάχιστον, ο αρθρογράφος δε θα μπορούσε να είναι ορθότερος.
Χωρίς να διαθέτω, λοιπόν, τα κατάλληλα φιλοσοφικά εργαλεία, θα προσπαθήσω όσο πιο φιλότιμα και τίμια μπορώ να προσεγγίσω την προαναφερθείσα άποψη. Καταρχήν, συμφωνώ με κάθε ειλικρίνεια πως η ζωή, ως φυσικό φαινόμενο, αυτή καθαυτή, δε μπορεί να έχει κανένα νόημα. Ας δούμε, λοιπόν, πού μπορεί να μας οδηγήσει μια στοιχειώδης ανάλυση της λέξης "ζωή", εφόσον καταλήξαμε ότι μονάχα ετούτη μπορεί να έχει κάποιο νόημα (θα χαρώ, πραγματικά, να με διορθώσει κάποιος στις παρακάτω σκέψεις). Πιστεύω, λοιπόν, ότι το νόημα μιας λέξης προκύπτει απ' το συγκερασμό δύο μεγεθών: τον ορισμό της λέξης, που είναι ένα μέγεθος "αντικειμενικό", και το πώς την αντιλαμβάνεται το κάθε άτομο, δηλαδή ένα μέγεθος "υποκειμενικό". Θεωρώ ότι όχι μόνο κανένα από τα δύο αυτά μεγέθη δεν υπερτερεί σε ισχύ έναντι του άλλου, αλλά κι από άποψη αναγκαιότητας είναι και τα δύο εκ των ων ουκ άνευ. Γιατί μια λέξη δεν υφίσταται αυτούσια, σε κάποια υπερβατική σφαίρα ιδεών, αλλά ριζώνει κι αναπτύσσεται μέσα στους δαιδαλώδεις μαιάνδρους ενός νου. Κι εκεί, μέσα στα στενά σοκάκια και τα καλντερίμια της σκέψης, το "αντικειμενικό" (ορισμός) και το "υποκειμενικό" (βίωμα) συναντώνται, άλλοτε συγκρούονται κι άλλοτε φιλιώνονται, πάντα μα πάντα όμως ανταλλάσουν, αναπόφευκτα, στοιχεία μεταξύ τους.
Ας πάρουμε για παράδειγμα, λοιπόν, το δέντρο, ή μάλλον τη λέξη "δέντρο". Προφανώς, εξετάζοντας διάφορα λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες, θα διαπίστωσουμε ότι όλοι οι άνθρωποι, παρά τις όποιες μικρές διαφοροποιήσεις, δεχόμαστε κάποιους συγκεκριμένους ορισμούς για το "δέντρο". Οι ορισμοί αυτοί, όμως, δεν είναι αποδεκτοί παρά μόνον συμβατικά, όντας απροκάλυπτα ελλιπείς σε οποιαδήποτε αυστηρότερη προσέγγιση. Δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτος και αντικειμενικός ορισμός για το "δέντρο", καθώς υπάρχουν διάφορα είδη δέντρων αλλά ακόμη και γιατί μέσα στο ίδιο είδος κάθε δέντρο διαφέρει από κάθε άλλο. Επιπλέον, ποια είναι η ανατομία του δέντρου; ποια η μοριακή δομή του; τι συμβαίνει όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του που προκύπτουν από αλληλεπιδράσεις (σκιά, χρώμα, κίνηση, κ.α.); Απ' όπου και να παλεύεις να γραπωθείς το "δέντρο" σου γλιστράει, δεξιοτεχνικά, σα χέλι. Και πάνω που, όχι δίχως μερικά νοητικά τεχνάσματα και παραδοχές, καταφέρνει κανείς να ξεφύγει από τα δόντια της "αντικειμενικής" Σκύλλας, τα ρεύματα της συνέπειας τον παρασέρνουν δίχως έλεος στο στόμα της "υποκειμενικής" Χάρυβδης. Και πάλι, όμως, ελπίζουμε μήπως ετούτη η δεύτερη δοκιμασία αποδειχτεί λιγότερο τρομαχτική απ' όσο την περιμένουμε. Μήπως, εκεί που αποτύχαμε να ορίσουμε επαρκώς το πρώτο συστατικό στοιχείο μιας νοηματοδότησης, τα καταφέρουμε καλύτερα στο δεύτερο;
Μα αν στάθηκε τόσο δύσκολο να προσεγγίσουμε και να ορίσουμε το άμεσο - το αισθητό - τότε πώς να συμφωνήσουμε και να ορίσουμε το έμμεσο - το αίσθημα - και μάλιστα στις χιλιάδες εκφάνσεις, που το συναντούμε από τον ένα νου στον άλλο; Πώς να ορίσεις το πλατάνι, πάνω στο οποίο έχεις σκαρφαλώσει κι έχεις σχίσει τα γόνατα και τους αγκώνες σου; Πώς να πλησιάσεις με τις λέξεις το πεύκο που σου έχει προσφέρει σκιά μέσα στο θερινό λιοπύρι ή το εκκωφαντικό θρόισμα της λεύκας; Πώς να περιγράψεις τις χιλιάδες προβολές μιας ηλιακής έκλειψης μέσα απ' τα ασπαίροντα φύλλωματα ή τις επιβλητικές φιγούρες των ελάτων κάτω από μια χειμωνιάτικη πανσέληνο; Μου φαίνεται πραγματικά κάτι αδύνατο, τίποτε περισσότερο από έναν ευσεβή πόθο, το να προσπαθήσω να βρω ένα συγκεκριμένο νόημα στο "δέντρο".
Φανταστείτε λοιπόν, πως τόσην ώρα μιλούσαμε για κάτι τόσο απλό όσο ένα δέντρο. Φανταστείτε τι θα συμβεί αν επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε ένα νόημα στη "ζωή". Και μάλιστα, για να περιορίσουμε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα (μια αναγκαιότητα που προκύπτει, ούτως ή άλλως, από τον ίδιο τον τρόπο που τέθηκε στο απόσπασμα του Φαρμάκη) ας συμφωνήσουμε ότι μιλάμε για την "ανθρώπινη ζωή". Θα συμβεί το εξής. Εν πρώτοις, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό για την "ανθρώπινη ζωή". Διαισθάνομαι ότι είναι εξαιρετικά επίφοβο, σε ένα τέτοιο εγχείρημα, να καταλήξει κανείς σε αντιφάσεις για το τι είναι, πράγματι, "η ανθρώπινη ζωή". Ίσως, να κατέληγε η αναλυτική φιλοσοφία, τίποτε περισσότερο από τη "ζωή του ανθρώπου", δηλαδή μια ταυτολογία. Αλλά κι από την άποψη των φυσικών επιστημών τα πράγματα δεν φαντάζουν πιο αισιόδοξα. Πώς να ορίσεις την "ανθρώπινη ζωή"; βιολογικά; εξελικτικά; μήπως ψυχολογικά; Κάθε επιστήμη, λειτουργώντας από την πλευρά της, καταφέρνει να διακρίνει μονάχα μια μικρή αλήθεια. Ποια είναι όμως η μεγάλη εικόνα; Πάλι βρισκόμαστε καταδικασμένοι να καταλήξουμε σε έναν ορισμό, κατά σύμβαση και κατά προσέγγιση.
Τι γίνεται όμως με τον άλλον όρο του νοήματος; Λέτε, εκεί, να βρούμε κάποιαν άκρη στο πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την "ανθρώπινη ζωή"; Σε αυτό το επίπεδο, φυσικά, κάθε απόπειρα ενοποίησης και κατανόησης, σωριάζεται με πάταγο, σπάζοντας σε δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων θραύσματα, διαιρούμενα κι επαναδιαιρούμενα στα αρίφνητα σπιθίσματα απ' όσους νόες πέρασαν κι αντίκρυσαν κάποτε ετούτο το λυγρό φως της ύπαρξης. Κάθε άνθρωπος είναι καταδικασμένος να αντιλαμβάνεται την "ανθρώπινη ζωή" μόνο με όρους της δικής του "ζωής". Κι αν αυτό είναι αναπόφευκτο, τότε αποτελεί γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και μιαν αλήθεια, όσο "υποκειμενική" κι αν αυτή φαντάζει.
Τελικά, το ερώτημα όχι μόνο υφίσταται αλλά επιπλέον είναι κραυγαλέο και επιτακτικό. Το μόνο που καταφέρνει να επιτύχει η αναλυτική φιλοσοφία είναι να παίξει βαυκαλιστικά με τις λέξεις, αλλά και να μας εκνευρίσει με τη ματαιότητα και τη ματαιοδοξία της. Σύμφωνα με τα προηγούμενα, η αναζήτηση νοήματος στη "ζωή" μας οδηγεί, ουσιαστικά, (α) στον ορισμό της λέξης και (β) στον αντίκτυπο που αυτή έχει σε όποιον την στοχάζεται, την εκφέρει ή την ακροάζεται, δηλαδή στο νου. Ο αντίκτυπος αυτός όμως έχει μια διάσταση που ξεπερνάει τον απλό ορισμό της λέξης και εκφράζεται με όρους βιώματος, με όρους υποκειμενισμού της αντίληψης. Αυτός ο υποκειμενισμός όμως δεν έχει αμιγώς ορθολογική βάση αλλά, τουναντίον, δυσανάλογα συναισθηματική και βιωματική. Ο θάνατος, ο πόνος, η αρρώστια, η μοναξιά ωθούν αλύπητα το σαστισμένο και ηττημένο νου στην αναζήτηση μιας αιτιολόγησης, μιας κατανόησης, ενός λόγου παραμυθίας έστω. Εξαναγκάζουν τον τίμιο στοχαστή μέσα από την ανάλυση της "ζωής" να καταλήξει στην ανάλυση της ίδιας της ζωής, επιστρέφοντας στο αρχικό, "μάταιο" ερώτημα. Ετούτη η αναγκαιότητα μιας προσωπικής νοηματοδότησης που χρωματίζει αναπόφευκτα τον δεύτερο όρο κάθε τέτοιας ανάλυσης - το νου - δεν αποτελεί φιλοσοφικό φαντασιοκόπημα, λεκτικό ολίσθημα ή βιολογική μετάλλαξη, αλλά μια πραγματικότητα αναπόδραστη, που δεν έχουμε την πολυτέλεια να ακυρώσουμε. Όταν ο άνθρωπος αναρωτιέται "τι νόημα έχει η ζωή;", ουσιαστικά αναρωτιέται "τι νόημα μπορώ να δώσω εγώ στη ζωή". Αυτό είναι κάτι που, προφανώς, το γνωρίζει κάθε τίμιος αρθρογράφος (όντας κι εκείνος άνθρωπος) και το θεωρώ ύποπτο όταν αποκρύπτεται, χάριν ενός επιχειρήματος, το οποίο καταλήγει τελικά στην κατηγορία της σοφιστείας.
Αναρωτιέμαι μήπως η αναλυτική φιλοσοφία χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει τους στόχους της, το αντικείμενό της. Ίσως να μην είναι ικανή να απαντήσει σε ο,τιδήποτε, τελικά. Μια απάντηση που δεν απαντά δεν προσβάλλει την ερώτηση, απλά δεν είναι απάντηση. Όταν στα φλέγοντα ανθρώπινα ζητήματα (κοινωνικά και ατομικά) δεν δίνονται απαντήσεις - ούτε καν γνώμες ή οράματα - τότε ποια είναι η αξία και η προσφορά της όποιας φιλοσοφίας, σε σχέση με τις άλλες που ισχυρίζεται ότι υπερτερεί; Γιατί περί τούτου πρόκειται. Ας περιοριστεί, λοιπόν, στους τομείς που αποκτά μια κάποια χρησιμότητα και ας πάψει να χώνει τη μύτη της εκεί που δεν τη σπέρνουν.
Προκαλώ τον κάθε αναλυτικό φιλόσοφο να κλείσει τα μάτια του και να φανταστεί για λίγο, να φανταστεί βαθιά και τίμια μέσα στην καρδιά του, αυτή την εικόνα: το κορμί του τσακισμένο απ' το βάρος και στα δυο του χέρια σωριασμένο, άψυχο και γυμνό, ένα μικρό κορμάκι, πλημμυρισμένο στο αίμα, το παιδί του. Τον προκαλώ να νιώσει βαθιά μέσα στη φαντασία του ετούτη την σκληρή εικόνα (ετούτο τον παραλογισμό που αμέτρητοι άνθρωποι μοιράστηκαν στο πέρασμα των αιώνων) και τον ρωτώ: τι έχει να πει η αναλυτική φιλοσοφία γι' αυτό; Για τούτο το παράλογο "Γιατί" (για το οποίο και ο χειρότερος βλάκας καταλαβαίνει πως δεν επιδέχεται απάντησης, δε χρειαζόμασταν την αναλυτική φιλοσοφία να μας το πει) που ξεσηκώνεται και λυσσομανάει, για τούτη την απάνθρωπη κραυγή που προκαλεί ίλιγγο και ναυτία, ποια είναι η απάντησή της; Πως "το ερώτημα δεν υφίσταται ουσιαστικά"; Κι όμως, αγαπητοί, το ερώτημα υφίσταται ουσιαστικά, όπως ακριβώς το κατέδειξε ο συγχωρεμένος Καμύ. Εκείνο που δεν υφίσταται είναι η απάντησή του. Εδώ αποτυγχάνουν όλες οι φιλοσοφίες. Οι τίμιες από αυτές το γνωρίζουν εκ των προτέρων κι όμως παλεύουν και τσακίζονται, μα απέλπιδα προχωρώντας προσφέρουν στήριγμα και αρωγή. Όσο για τις υπόλοιπες αποχαυνώνονται στον τεκέ τους. Ομφαλοσκοπώντας κι ενίοτε αυνανιζόμενες αμφισβητούν τον ίδιο τους τον φαλλό. Εδώ όμως, συγχωρέστε με! Γιατί δε θέλω, σε καμία περίπτωση, κλείνοντας αυτό το κείμενο, να αμφισβητήσω την αξία ή την αναγκαιότητα της μαλακίας. Έστω και της... αναλυτικής. Ευχαριστώ...
Υ.Γ. Μάλλον τώρα καταλάβατε γιατί κανείς δε διαβάζει αναλυτική φιλοσοφία (την αγγλόφωνη φυσικά)!
"Για παράδειγμα, στο ερώτημα "ποιο είναι το νόημα της ζωής;", το περισσότερο που μπορεί να πει ένας αναλυτικός φιλόσοφος είναι ότι το ερώτημα δεν υφίσταται ουσιαστικά. Νόημα έχουν οι λέξεις και οι προτάσεις και όχι τα φυσικά φαινόμενα, κατά συνέπεια το ερώτημα οφείλει να τροποποιηθεί σε "ποιο είναι το νόημα της "ζωής" ". Πολύ αμφιβάλλω όμως ότι αυτή η απάντηση θα ικανοποιήσει το μέσο αναγνώστη".
Όχι απλά ως μη-ειδικός αλλά, πολύ περισσότερο, ως παντελώς άσχετος με το ζήτημα της αναλυτικής φιλοσοφίας στερούμαι των κατάλληλων γνώσεων και εργαλείων, ώστε να αντιτάξω κάποιο αξιόλογο επιχείρημα στο υπόλοιπο κείμενο. Ωστόσο, έχω την αίσθηση (αόριστη το παραδέχομαι) ότι ο αρθρογράφος δεν καταφέρνει να πείσει, τελικά, κανέναν να ασχοληθεί με την αναλυτική φιλοσοφία (την αγγλόφωνη βεβαίως-βεβαίως), παρά μόνο από μια κάποια... λύπηση. Όλες αυτές οι κατηγορίες εναντίον της, που αναδεικνύονται καταφανώς προκειμένου να ανασκευαστούν και να αρθούν, δεν καταφέρνουν να εξαλείψουν την πικρή γεύση απογοήτευσης που απομένει στο τέλος και να προσφέρουν κάτι περισσότερο, από μια διακριτική, ίσως, αναγνώριση της προσφοράς της. Αλλα θα σταθώ σε αυτήν την τελευταία παρατήρηση, σ' αυτό το μικρό απόσπασμα που παράθεσα, όπου πραγματικά πετυχαίνουμε διάνα στην... αστοχία της αναλυτικής φιλοσοφίας να προσεγγίσει ένα ευρύτερο κοινό. Σε αυτό, τουλάχιστον, ο αρθρογράφος δε θα μπορούσε να είναι ορθότερος.
Χωρίς να διαθέτω, λοιπόν, τα κατάλληλα φιλοσοφικά εργαλεία, θα προσπαθήσω όσο πιο φιλότιμα και τίμια μπορώ να προσεγγίσω την προαναφερθείσα άποψη. Καταρχήν, συμφωνώ με κάθε ειλικρίνεια πως η ζωή, ως φυσικό φαινόμενο, αυτή καθαυτή, δε μπορεί να έχει κανένα νόημα. Ας δούμε, λοιπόν, πού μπορεί να μας οδηγήσει μια στοιχειώδης ανάλυση της λέξης "ζωή", εφόσον καταλήξαμε ότι μονάχα ετούτη μπορεί να έχει κάποιο νόημα (θα χαρώ, πραγματικά, να με διορθώσει κάποιος στις παρακάτω σκέψεις). Πιστεύω, λοιπόν, ότι το νόημα μιας λέξης προκύπτει απ' το συγκερασμό δύο μεγεθών: τον ορισμό της λέξης, που είναι ένα μέγεθος "αντικειμενικό", και το πώς την αντιλαμβάνεται το κάθε άτομο, δηλαδή ένα μέγεθος "υποκειμενικό". Θεωρώ ότι όχι μόνο κανένα από τα δύο αυτά μεγέθη δεν υπερτερεί σε ισχύ έναντι του άλλου, αλλά κι από άποψη αναγκαιότητας είναι και τα δύο εκ των ων ουκ άνευ. Γιατί μια λέξη δεν υφίσταται αυτούσια, σε κάποια υπερβατική σφαίρα ιδεών, αλλά ριζώνει κι αναπτύσσεται μέσα στους δαιδαλώδεις μαιάνδρους ενός νου. Κι εκεί, μέσα στα στενά σοκάκια και τα καλντερίμια της σκέψης, το "αντικειμενικό" (ορισμός) και το "υποκειμενικό" (βίωμα) συναντώνται, άλλοτε συγκρούονται κι άλλοτε φιλιώνονται, πάντα μα πάντα όμως ανταλλάσουν, αναπόφευκτα, στοιχεία μεταξύ τους.
Ας πάρουμε για παράδειγμα, λοιπόν, το δέντρο, ή μάλλον τη λέξη "δέντρο". Προφανώς, εξετάζοντας διάφορα λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες, θα διαπίστωσουμε ότι όλοι οι άνθρωποι, παρά τις όποιες μικρές διαφοροποιήσεις, δεχόμαστε κάποιους συγκεκριμένους ορισμούς για το "δέντρο". Οι ορισμοί αυτοί, όμως, δεν είναι αποδεκτοί παρά μόνον συμβατικά, όντας απροκάλυπτα ελλιπείς σε οποιαδήποτε αυστηρότερη προσέγγιση. Δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτος και αντικειμενικός ορισμός για το "δέντρο", καθώς υπάρχουν διάφορα είδη δέντρων αλλά ακόμη και γιατί μέσα στο ίδιο είδος κάθε δέντρο διαφέρει από κάθε άλλο. Επιπλέον, ποια είναι η ανατομία του δέντρου; ποια η μοριακή δομή του; τι συμβαίνει όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του που προκύπτουν από αλληλεπιδράσεις (σκιά, χρώμα, κίνηση, κ.α.); Απ' όπου και να παλεύεις να γραπωθείς το "δέντρο" σου γλιστράει, δεξιοτεχνικά, σα χέλι. Και πάνω που, όχι δίχως μερικά νοητικά τεχνάσματα και παραδοχές, καταφέρνει κανείς να ξεφύγει από τα δόντια της "αντικειμενικής" Σκύλλας, τα ρεύματα της συνέπειας τον παρασέρνουν δίχως έλεος στο στόμα της "υποκειμενικής" Χάρυβδης. Και πάλι, όμως, ελπίζουμε μήπως ετούτη η δεύτερη δοκιμασία αποδειχτεί λιγότερο τρομαχτική απ' όσο την περιμένουμε. Μήπως, εκεί που αποτύχαμε να ορίσουμε επαρκώς το πρώτο συστατικό στοιχείο μιας νοηματοδότησης, τα καταφέρουμε καλύτερα στο δεύτερο;
Μα αν στάθηκε τόσο δύσκολο να προσεγγίσουμε και να ορίσουμε το άμεσο - το αισθητό - τότε πώς να συμφωνήσουμε και να ορίσουμε το έμμεσο - το αίσθημα - και μάλιστα στις χιλιάδες εκφάνσεις, που το συναντούμε από τον ένα νου στον άλλο; Πώς να ορίσεις το πλατάνι, πάνω στο οποίο έχεις σκαρφαλώσει κι έχεις σχίσει τα γόνατα και τους αγκώνες σου; Πώς να πλησιάσεις με τις λέξεις το πεύκο που σου έχει προσφέρει σκιά μέσα στο θερινό λιοπύρι ή το εκκωφαντικό θρόισμα της λεύκας; Πώς να περιγράψεις τις χιλιάδες προβολές μιας ηλιακής έκλειψης μέσα απ' τα ασπαίροντα φύλλωματα ή τις επιβλητικές φιγούρες των ελάτων κάτω από μια χειμωνιάτικη πανσέληνο; Μου φαίνεται πραγματικά κάτι αδύνατο, τίποτε περισσότερο από έναν ευσεβή πόθο, το να προσπαθήσω να βρω ένα συγκεκριμένο νόημα στο "δέντρο".
Φανταστείτε λοιπόν, πως τόσην ώρα μιλούσαμε για κάτι τόσο απλό όσο ένα δέντρο. Φανταστείτε τι θα συμβεί αν επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε ένα νόημα στη "ζωή". Και μάλιστα, για να περιορίσουμε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα (μια αναγκαιότητα που προκύπτει, ούτως ή άλλως, από τον ίδιο τον τρόπο που τέθηκε στο απόσπασμα του Φαρμάκη) ας συμφωνήσουμε ότι μιλάμε για την "ανθρώπινη ζωή". Θα συμβεί το εξής. Εν πρώτοις, θα επιχειρήσουμε να δώσουμε έναν ορισμό για την "ανθρώπινη ζωή". Διαισθάνομαι ότι είναι εξαιρετικά επίφοβο, σε ένα τέτοιο εγχείρημα, να καταλήξει κανείς σε αντιφάσεις για το τι είναι, πράγματι, "η ανθρώπινη ζωή". Ίσως, να κατέληγε η αναλυτική φιλοσοφία, τίποτε περισσότερο από τη "ζωή του ανθρώπου", δηλαδή μια ταυτολογία. Αλλά κι από την άποψη των φυσικών επιστημών τα πράγματα δεν φαντάζουν πιο αισιόδοξα. Πώς να ορίσεις την "ανθρώπινη ζωή"; βιολογικά; εξελικτικά; μήπως ψυχολογικά; Κάθε επιστήμη, λειτουργώντας από την πλευρά της, καταφέρνει να διακρίνει μονάχα μια μικρή αλήθεια. Ποια είναι όμως η μεγάλη εικόνα; Πάλι βρισκόμαστε καταδικασμένοι να καταλήξουμε σε έναν ορισμό, κατά σύμβαση και κατά προσέγγιση.
Τι γίνεται όμως με τον άλλον όρο του νοήματος; Λέτε, εκεί, να βρούμε κάποιαν άκρη στο πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την "ανθρώπινη ζωή"; Σε αυτό το επίπεδο, φυσικά, κάθε απόπειρα ενοποίησης και κατανόησης, σωριάζεται με πάταγο, σπάζοντας σε δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων θραύσματα, διαιρούμενα κι επαναδιαιρούμενα στα αρίφνητα σπιθίσματα απ' όσους νόες πέρασαν κι αντίκρυσαν κάποτε ετούτο το λυγρό φως της ύπαρξης. Κάθε άνθρωπος είναι καταδικασμένος να αντιλαμβάνεται την "ανθρώπινη ζωή" μόνο με όρους της δικής του "ζωής". Κι αν αυτό είναι αναπόφευκτο, τότε αποτελεί γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και μιαν αλήθεια, όσο "υποκειμενική" κι αν αυτή φαντάζει.
Τελικά, το ερώτημα όχι μόνο υφίσταται αλλά επιπλέον είναι κραυγαλέο και επιτακτικό. Το μόνο που καταφέρνει να επιτύχει η αναλυτική φιλοσοφία είναι να παίξει βαυκαλιστικά με τις λέξεις, αλλά και να μας εκνευρίσει με τη ματαιότητα και τη ματαιοδοξία της. Σύμφωνα με τα προηγούμενα, η αναζήτηση νοήματος στη "ζωή" μας οδηγεί, ουσιαστικά, (α) στον ορισμό της λέξης και (β) στον αντίκτυπο που αυτή έχει σε όποιον την στοχάζεται, την εκφέρει ή την ακροάζεται, δηλαδή στο νου. Ο αντίκτυπος αυτός όμως έχει μια διάσταση που ξεπερνάει τον απλό ορισμό της λέξης και εκφράζεται με όρους βιώματος, με όρους υποκειμενισμού της αντίληψης. Αυτός ο υποκειμενισμός όμως δεν έχει αμιγώς ορθολογική βάση αλλά, τουναντίον, δυσανάλογα συναισθηματική και βιωματική. Ο θάνατος, ο πόνος, η αρρώστια, η μοναξιά ωθούν αλύπητα το σαστισμένο και ηττημένο νου στην αναζήτηση μιας αιτιολόγησης, μιας κατανόησης, ενός λόγου παραμυθίας έστω. Εξαναγκάζουν τον τίμιο στοχαστή μέσα από την ανάλυση της "ζωής" να καταλήξει στην ανάλυση της ίδιας της ζωής, επιστρέφοντας στο αρχικό, "μάταιο" ερώτημα. Ετούτη η αναγκαιότητα μιας προσωπικής νοηματοδότησης που χρωματίζει αναπόφευκτα τον δεύτερο όρο κάθε τέτοιας ανάλυσης - το νου - δεν αποτελεί φιλοσοφικό φαντασιοκόπημα, λεκτικό ολίσθημα ή βιολογική μετάλλαξη, αλλά μια πραγματικότητα αναπόδραστη, που δεν έχουμε την πολυτέλεια να ακυρώσουμε. Όταν ο άνθρωπος αναρωτιέται "τι νόημα έχει η ζωή;", ουσιαστικά αναρωτιέται "τι νόημα μπορώ να δώσω εγώ στη ζωή". Αυτό είναι κάτι που, προφανώς, το γνωρίζει κάθε τίμιος αρθρογράφος (όντας κι εκείνος άνθρωπος) και το θεωρώ ύποπτο όταν αποκρύπτεται, χάριν ενός επιχειρήματος, το οποίο καταλήγει τελικά στην κατηγορία της σοφιστείας.
Αναρωτιέμαι μήπως η αναλυτική φιλοσοφία χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει τους στόχους της, το αντικείμενό της. Ίσως να μην είναι ικανή να απαντήσει σε ο,τιδήποτε, τελικά. Μια απάντηση που δεν απαντά δεν προσβάλλει την ερώτηση, απλά δεν είναι απάντηση. Όταν στα φλέγοντα ανθρώπινα ζητήματα (κοινωνικά και ατομικά) δεν δίνονται απαντήσεις - ούτε καν γνώμες ή οράματα - τότε ποια είναι η αξία και η προσφορά της όποιας φιλοσοφίας, σε σχέση με τις άλλες που ισχυρίζεται ότι υπερτερεί; Γιατί περί τούτου πρόκειται. Ας περιοριστεί, λοιπόν, στους τομείς που αποκτά μια κάποια χρησιμότητα και ας πάψει να χώνει τη μύτη της εκεί που δεν τη σπέρνουν.
Προκαλώ τον κάθε αναλυτικό φιλόσοφο να κλείσει τα μάτια του και να φανταστεί για λίγο, να φανταστεί βαθιά και τίμια μέσα στην καρδιά του, αυτή την εικόνα: το κορμί του τσακισμένο απ' το βάρος και στα δυο του χέρια σωριασμένο, άψυχο και γυμνό, ένα μικρό κορμάκι, πλημμυρισμένο στο αίμα, το παιδί του. Τον προκαλώ να νιώσει βαθιά μέσα στη φαντασία του ετούτη την σκληρή εικόνα (ετούτο τον παραλογισμό που αμέτρητοι άνθρωποι μοιράστηκαν στο πέρασμα των αιώνων) και τον ρωτώ: τι έχει να πει η αναλυτική φιλοσοφία γι' αυτό; Για τούτο το παράλογο "Γιατί" (για το οποίο και ο χειρότερος βλάκας καταλαβαίνει πως δεν επιδέχεται απάντησης, δε χρειαζόμασταν την αναλυτική φιλοσοφία να μας το πει) που ξεσηκώνεται και λυσσομανάει, για τούτη την απάνθρωπη κραυγή που προκαλεί ίλιγγο και ναυτία, ποια είναι η απάντησή της; Πως "το ερώτημα δεν υφίσταται ουσιαστικά"; Κι όμως, αγαπητοί, το ερώτημα υφίσταται ουσιαστικά, όπως ακριβώς το κατέδειξε ο συγχωρεμένος Καμύ. Εκείνο που δεν υφίσταται είναι η απάντησή του. Εδώ αποτυγχάνουν όλες οι φιλοσοφίες. Οι τίμιες από αυτές το γνωρίζουν εκ των προτέρων κι όμως παλεύουν και τσακίζονται, μα απέλπιδα προχωρώντας προσφέρουν στήριγμα και αρωγή. Όσο για τις υπόλοιπες αποχαυνώνονται στον τεκέ τους. Ομφαλοσκοπώντας κι ενίοτε αυνανιζόμενες αμφισβητούν τον ίδιο τους τον φαλλό. Εδώ όμως, συγχωρέστε με! Γιατί δε θέλω, σε καμία περίπτωση, κλείνοντας αυτό το κείμενο, να αμφισβητήσω την αξία ή την αναγκαιότητα της μαλακίας. Έστω και της... αναλυτικής. Ευχαριστώ...
Υ.Γ. Μάλλον τώρα καταλάβατε γιατί κανείς δε διαβάζει αναλυτική φιλοσοφία (την αγγλόφωνη φυσικά)!
Και μετά τη σύλληψη τι;
Πρόσφατα διάβασα μια αρκετά ενδιαφέρουσα ανάλυση πάνω στο θέμα της έκτρωσης. Αποφεύγοντας να καταχραστώ τη φιλοξενία του blog, με το δυσανάλογα μακροσκελές μου σχόλιο, αποφάσισα να το αναρτήσω σαν ξεχωριστό post στον δικό μου χώρο. Το βασικό κείμενο, όπως και μερικά σχόλια, με καλύπτουν σε μεγάλο βαθμό, οπότε δεν έχω κάτι να προσθέσω στην εξονυχιστική διευρεύνηση που έκαναν τα παιδιά εκεί, για την κάθε περίπτωση. Είναι ευνόητο, ωστόσο οφείλω να το διευκρινήσω, ότι καλό θα ήταν να διαβάσετε πρώτα το αρχικό κείμενο και τα σχόλια, και κατόπιν τις δικές μου παρατηρήσεις:
http://blog.theorein.org/?p=141 (*)
(*) Το Theorein δεν υπάρχει πλέον, εδώ και χρόνια. Λαμβάνω το θράσος, να επισυνάψω το εκτυπωμένο απολίθωμα, από το δικό μου αρχείο, υπό μορφή pdf. Εδώ.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι ακόμη και τα πιο φιλότιμα, τίμια και ειλικρινή πνεύματα σαν επιχειρήσουν να θέσουν τα θέματα που αφορούν τη ζωή κάτω από το νυστέρι της λογικής κατανόησης, με άλλα λόγια κόβοντας και ράβοντας να οριοθετήσουν και να κατηγοριοποιήσουν, είναι καταδικασμένα σε μια ατέρμονη επιχειρηματολογία – όχι μάταιη απαραίτητα. Κάθε έκφανση της ζωής χαρακτηρίζεται από μια συνέχεια, από μια αδιάλειπτη ροή δυναμικού. Η προσπάθεια να τμήσουμε τη συνέχεια αυτή και να «εκβιάσουμε» την αποδοχή ορίων εδώ, εκεί ή λίγο πιο πέρα, πολύ φοβάμαι ότι δεν έχει ελπίδες να αποτελέσει τίποτε περισσότερο από μια, καθ’ όλα επιθυμητή αλλά ουδόλως αδιαμφισβήτητη, ηθική σύμβαση. Κι ενώ είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν παίρνουμε τη ζωή καθόλου στην πλάκα, γι’ αυτό και όλη ετούτη η ηθική πάλη με την κοινωνία ή με τους εαυτούς μας, ωστόσο ίσως εκεί να εξαντλείται και κάθε μας βεβαιότητα – ερήμην φυσικά θεολογικών και θεοσοφικών προσεγγίσεων. Με βάση, λοιπόν, τα προηγούμενα – αλλά και το κείμενο του Νικόλα – θέλω να εκθέσω πέντε–έξι σκέψεις–ερωτήματα:
α) Είναι βασικό να ξεκαθαρίσουμε – ίσως εγώ να μην το κατάλαβα – αν η στάση μας απέναντι στην έκτρωση αφορά τη στάση μας απέναντι στην ανθρώπινη ζωή ή στην ανθρώπινη αυτοσυνείδηση. Δεν είναι καθόλου αυταπόδεικτο, βέβαια, πως το πρώτο συνεπάγεται το δεύτερο, κι αν ναι από πιο ηλικιακό στάδιο και μετά. Επίσης, δεν είναι καθόλου απίθανο σε κάποια μελλοντική εποχή, ακόμη κι αυτή η ανθρώπινη αυτοσυνείδηση να μη συνεπάγεται απαραίτητα την ανθρώπινη ζωή (πχ. τεχνητή νοημοσύνη). Αυτό θαρρώ πως πρέπει να καταστεί σαφές πριν από κάθε συζήτηση, αφού μετατοπίζει αισθητά το ειδικό βάρος της.
β) Επιπλέον, δεν έχω πειστεί σε καμία περίπτωση πως η ανθρώπινη ζωή ξεκινάει απλά μετά τη σύλληψη (ωστόσο, δεκτό σαν βάση για να κατανοήσω την επιχειρηματολογία του Νικόλα) γιατί αυτή η σκέψη εμπεριέχει μια σύμβαση που δεν είμαι σίγουρος ότι αποδέχομαι. Ότι, δηλαδή, άλλο η ζωή γενικά και άλλο η ανθρώπινη ζωή. Η ζωή έχει μια συνέχεια που μας πηγαίνει δισεκατομμύρια χρόνια στο παρελθόν, απ' όπου κατάφερε με αξιοθαύμαστο πείσμα να μεταλαμπαδεύσει τη σπορά της απ’ τον ένα απόγονο στον άλλο κι από το ένα είδος στο άλλο. Η γραμμή που φτάνει μέχρι τον άνθρωπο δεν είναι μια διακεκομμένη γραμμή αλλά μια συνεχής ευθεία. Αντίθετα με αυτή τη λογική, η αντίληψη αλλά και η ηθική μας στάση, στα ερωτήματα που αφορούν την ανθρώπινη ζωή ειδικότερα, έχουν κατά κύριο λόγο συναισθηματική φόρτιση, γι' αυτό και είναι βασικά και αναπόφευκτα ανθρωποκεντρικά. Εφόσον λοιπόν η ζωή είναι μια αδιάλειπτη ενέργεια, θα χαρακτηρίζει εξίσου τόσο το ωάριο, το σπερματοζωάριο, όσο και το προς συζήτηση ζευγάρωμά τους. Που τελειώνει η ζωή του σπερματοζωαρίου και του ωαρίου και που ξεκινάει του εμβρύου; Ή μήπως δε θεωρούμε το σπερματοζωάριο και το ωάριο ζωντανά; Η τομή των εννοιών είναι καθαρά επιστημονική, έχει δυνατή βάση ως προς τη μορφολογική διαφοροποίηση αυτού που θεωρούμε ζωή, αλλά δεν μας προσφέρει κανένα ικανοποιητικό εργαλείο όσον αφορά την ουσιαστική αφετηρία του.
Αναλογικά, πότε θεωρείται ένας άνθρωπος ενήλικος; Σίγουρα όχι όταν κατοχυρώσει νομικά τις δεκαοχτώ περιστροφές του γύρω από τον ήλιο. Μήπως όταν τελειώσει η εφηβεία; Μα πότε συμβαίνει αυτό; Πότε λαμβάνει τέλος και η τελευταία ορμονική αποκατάσταση, ποια χρονική στιγμή ωριμάζει και το τελευταίο εφηβικό κύτταρο και μπορούμε ανεπιφύλακτα να αποκαλέσουμε κάποιον ενήλικο; Ποιος, τελικά, καταφέρνει να διακρίνει την κίνηση του ωροδείκτη, παρόλο που χαζεύει έκπληκτος τις ώρες να διαδέχονται η μία την άλλη, με ταχυδακτυλουργική δεξιοτεχνία; Η ζωή δεν είναι παρά μια συνεχής και ακούραστη μεταμόρφωση και σαν συνειδητοποιήσουμε ότι τα μόνα όρια που δικαιούμαστε να θέσουμε είναι κατά σύμβαση, συνειδητοποιούμε συνάμα ότι και μια ηθική, που θα περικλείεται από αυτά, θα είναι ομοίως κατά σύμβαση.
γ) Το θέμα τώρα της ανθρώπινης συνείδησης και ποια χρονική στιγμή μπορεί να θεωρηθεί η αφετηρία της (πότε δηλαδή περνούμε από το human στο person, όπως λέτε πολύ εύστοχα), πρέπει να παραδεχτούμε ανεπιφύλακτα ότι είναι ένα θέμα γεμάτο αγκάθια. Η αδυναμία ετούτη είναι κι εκείνη που καθιστά την απόφασή μας πιο δύσκολη και την ευθύνη μας πιο βαριά. Στο βαθμό βέβαια, που το θέμα της ζωής γενικότερα δε μοιάζει να μας απασχολεί με την ίδια θέρμη, αν κατάλαβα καλά, όσο το θέμα της συνείδησης.
δ) Υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούμε κάθε υπερβατική και δογματική ηθική μακριά από το πεδίο μας, πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε κατά πόσο το θέμα της έκτρωσης αφορά μια αυστηρά προσωπική απόφαση ή εμπεριέχει παραμέτρους κοινωνικές που ξεπερνούν το άτομο. Για χάρη του επιχειρήματος πάντως, αν αποδεχτούμε ότι πρόκειται για μια προσωπική απόφαση, άρα μιλάμε για μια προσωπική ηθική, τότε τι θα εμπόδιζε τελικά την οποιαδήποτε επιλογή; Ή ακόμη καλύτερα, υπό ποια έννοια θα μπορούσαμε να κρίνουμε ο,τιδήποτε ως ανήθικο; Γιατί είναι πιο ηθικό να διακόψουμε μια ζωή στις 24 εβδομάδες απ’ ότι στις 25, στις 30, στις 36 ή από την πρώτη μέρα της σύλληψης; Εφόσον αγνοούμε μιαν απόλυτη και αντικειμενική απάντηση, όποτε και να αποφασίσουμε τη διακοπή της εγκυμοσύνης, η απόφασή μας θα είναι εξίσου ηθική ή ανήθικη, με όποια μονάδα μέτρησης κι αν τη μετρήσουμε.
Πιστεύω ότι μια απάντηση, σ’ ετούτο το ζήτημα, είναι πως θέλουμε βασικά να αποφύγουμε, στον όλο ηθικό μας προβληματισμό, το να αποδεχτούμε στη συνείδησή μας ότι η ανθρώπινη ζωή – συνειδητή ή όχι – μπορεί να αποτελέσει «αντικείμενο». Η ευαισθησία μας έγκειται δηλαδή στο πώς θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε ηθικά αλώβητη την αντίληψη που έχουμε για τον άνθρωπο γενικότερα – ασχέτως ηλικίας, εμβρυακής ή γεροντικής – ως ξεχωριστή ύπαρξη, ως «υποκείμενο», παράλληλα με την αποδοχή μιας ανηλεούς αναγκαιότητας του βίου που μας ωθεί στιγμές στο χείλος του Καιάδα.
ε) Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι η απόφαση να θέσουμε τέρμα σε μια ζωή κρύβει περισσότερα και πιο αμφιλεγόμενα ηθικά διλήμματα απ’ όταν παίρνουμε την απόφαση να φέρουμε μια ζωή στον κόσμο; Και στις δύο περιπτώσεις: (1) στο βαθμό που αποτελούν συνειδητή επιλογή εμπεριέχουν εξίσου σημαντικές ηθικές συνιστώσες και (2) η επιλογή γίνεται χωρίς να ερωτάται ο άμεσα ενδιαφερόμενος, πράγμα που φυσικά δεν είναι δυνατόν. Φυσικά και καταλαβαίνω τα αντεπιχειρήματα, ωστόσο θεωρώ ότι δεν πρέπει να παραμελήσουμε και την άλλη πλευρά του νομίσματος: για να υπάρχει μια ηθική–ανήθικη έκτρωση θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια ηθική–ανήθικη σύλληψη. Θα μπορούσε κανείς εδώ, ίσως με μια γεύση υπερβολής, να υποθέσει ότι δε στερείται δικαιωμάτων ακόμη και το... αγέννητο παιδί.
στ) Για να μη γίνω περισσότερο κουραστικός, θεωρώ πως η ηθική μας απέναντι στο έμβρυο, όπως και απέναντι στον άνθρωπο γενικά, έχει περισσότερο συναισθηματική παρά ορθολογική βάση. Σε κάποιο βαθμό, αυτό ίσως να οφείλεται στην προβολή κάθε ηθικής στον εαυτό μας και στην δική μας, συνεκδοχική, απέχθεια ή αποδοχή. Από αυτήν την άποψη ίσως κάποια στιγμή η επιχειρηματολογία πρέπει να «σταματάει» (δεν το εννοώ ουσιαστικά αλλά πρακτικά) σ’ εκείνο το συμβατικό όριο όπου, ο στοχασμός αδυνατεί και η καρδιά δυσανασχετεί. Εκεί όπου αισθανόμαστε ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα ούτε του παιδιού, ούτε και της μητέρας ή, από μια διαφορετική προσέγγιση, πως θίγονται εξίσου και των δύο.
Ίσως να ήταν επιθυμητό, πριν κλείσω, να πάρω κάποια θέση. Θεωρώ ότι στο τελευταίο σχόλιο του Νικόλα, απ’ το συγκεχυμένο (ως προς την παρηγοριά κάποιας προφανούς άκρης) νεφέλωμα των επιχειρημάτων του αρχικού κειμένου, σκάζουν οι πρώτες αδύναμες αλλά φωτεινές αχτίδες. Και αυτό μάλλον, γιατί τα τελευταία του σχόλια ήταν πιο προσωπικά κι έτσι επέτρεψε μια μικρή θέση στην καρδιά ή την διαίσθηση. Αυτό είναι σε συμφωνία με τη δική μου θέση, όπως την ανέφερα στο (στ). Θέλοντας να αποφύγω όρους όπως ηθική–ανήθικη, αποδέχομαι την έκτρωση σε κάθε περίπτωση ως μια νόμιμη επιλογή (όχι υπό την νομική έννοια εννοείται), όχι όμως χωρίς την εξής προϋπόθεση: να αποτελεί απολύτως συνειδητή απόφαση για τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτή, μια απόφαση με πλήρη επίγνωση των ευθυνών και των συνεπειών, που αυτή συνεπάγεται. Αυτό κατοχυρώνει δυο πικρές αλήθειες: (1) από τις δυο ζωές, τις οποίες αφορά η έκτρωση, δυστυχώς μονάχα η μία έχει δυνατότητες επιλογής και (2) η απόφαση αυτή, όπως και οποιαδήποτε άλλη, όντας συνειδητή, αφορά ένα προσωπικό ταξίδι ωρίμανσης (της μητέρας και όχι μόνο) προς την κατάκτηση μιας ηθικής στάσης, δια της εμπειρικής πλέον επίγνωσης των ευθυνών και της σκληρότητας με την οποία αυτές αναγνωρίζονται και κερδίζονται. Από τη στιγμή που σκοτώσαμε τους θεούς μας ποιος απομένει άλλος από εμάς για να πάρει τις αποφάσεις; Εννοείται, φυσικά από τα προηγούμενα, ότι καταδικάζω κάθε απερίσκεπτη αντιμετώπιση, παρόλο που από πλευράς αποτελέσματος και μόνον, μπορεί να βρίσκεται σε πλήρη συμβατότητα με την προηγούμενη περιγραφή. Περιπτώσεις τύπου Ziegler θεωρώ ότι έχουν μια μορφή παθογένειας και δεν εμπίπτουν στην συζήτησή μας. Άρα ο διαχωρισμός που προτείνω έχει να κάνει περισσότερο με την ποσότητα και την ποιότητα της δικής μας συνείδησης παρά με εκείνη του εμβρύου.
Όσον αφορά τα χρονικά περιθώρια, νομίζω ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρο όριο για το πότε πρέπει να γίνεται μια έκτρωση. Μάλλον, να γίνεται όσον το δυνατόν νωρίτερα, όσο αόριστο κι αν ακούγεται αυτό. Πρέπει να απενοχοποιήσουμε τα όρια, νομικά και ηθικά, και να αποκτήσουν οι άνθρωποι την παιδεία να αποφασίζουν όσο πιο γρήγορα και υπεύθυνα γίνεται, γνωρίζοντας ότι κάθε λεπτό που χάνεται επιβαρύνει τη φόρτιση της απόφασης. Αν για κάποιους λόγους ο καιρός έχει περάσει ανεπιστρεπτί (κι αυτό περισσότερο θα το κρίνει η καρδιά μας και όχι μια συγκεκριμένη ημερομηνία) κι εφόσον δε συντρέχουν λόγοι υγείας για τη μητέρα, τότε η δυνατότητα για μια «ανώνυμη γέννα», όπως αναφέρεται στο σχόλιο του Δημήτρη, είναι θεωρώ η πιο τίμια λύση. Μια λύση, η οποία επιπλέον υποδεικνύει διακριτικά ότι η έκτρωση είναι ένα ηθικό δίλημμα, που αμβλύνεται καθοριστικά εάν αναζητήσουμε τη λύση του στα πλαίσια μιας κοινωνίας και όχι ενός ατόμου μόνο. Μιας κοινωνίας που θα δρα με την αρωγή και την υποστήριξη, κατευθύνοντας προς τη διατήρηση της ζωής, και όχι με την επιβολή και τη σύγκρουση, αναπαράγοντας έτσι τα ίδια διλήμματα σε άλλο επίπεδο. Απουσία τέτοιας δυνατότητας θεωρώ τελικά κάθε επιλογή κατανοητή, γιατί δυσκολεύομαι πραγματικά να συνάγω κάποιον άλλο ηθικό κανόνα, όταν το άτομο καλείται να παλέψει μόνο του (πάντα υπό τις προϋποθέσεις που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο).
Νομίζω ότι η ηθική στάση που αναζητούμε απέναντι στην έκτρωση, δηλαδή απέναντι στο τι θεωρούμε ζωή-συνείδηση και τι όχι, αναπόφευκτα γίνεται με σχετικούς όρους και έχει να κάνει με την ποιότητα της κοινωνίας, μέσα στην οποία στοχαζόμαστε. Ζητήματα τέτοια φαντάζομαι δεν απασχολούσαν το λαό της αρχαίας Σπάρτης που εφάρμοζε την ευγονική a posteriori (αλήθεια, υπήρχαν άραγε Σπαρτιάτες που δυσανασχετούσαν με αυτή την τακτική;). Ούτε θα απασχολούσαν, στον ίδιο βαθμό, μια κοινωνία η οποία δε θα έπνιγε το άτομο με τις υποχρεώσεις του θεσμού της οικογένειας, αλλά θα αναλάμβανε εξ’ ολοκλήρου κάθε παιδί, σαν απόγονο ολόκληρης της κοινωνίας, μαζί με την ευθύνη της ανατροφής του. Δια μιας θα εξαλείφονταν έτσι οι κοινωνικοί και οικονομικοί ενδοιασμοί και θα παρέμεναν μονάχα η βασική συνιστώσα της πρόληψης για τυχούσες επιπλοκές στην υγεία της μητέρας, καθώς και διάφορες προσωπικές παράμετροι και προβλήματα. Αυτά όμως, τα τελευταία, δεν γνωρίζουμε πώς θα διαμορφώνονταν σε μια παρόμοια κοινωνία και κατά πόσο δε θα έχαναν την αναγκαιότητά τους, τελικά.
Χωρίς την τιμωρία της κόλασης, ναι ο άνθρωπος θα κάνει λάθη, θα σφάλλει πικρά στον αγώνα του να σταθεί όρθιος. Και ναι, ίσως με αυτό τον τρόπο να πάρει στο λαιμό του κάποια ζωή για την οποία ουδέποτε θα κληθεί να απολογηθεί και στην οποία ίσως ουδέποτε απονεμηθεί μιας μορφής δικαιοσύνη. Όμως σαν όλα ετούτα γίνουν με πλήρη συνείδηση και με κάθε συναίσθηση της ευθύνης, τότε με πόση – μα με πόση – περίσκεψη και θλίψη θα σταθεί ο άνθρωπος αυτός απέναντι στο ίδιο δίλημμα, την επόμενη φορά! Αυτή είναι νομίζω η ηθική της ελευθερίας…
http://blog.theorein.org/?p=141 (*)
(*) Το Theorein δεν υπάρχει πλέον, εδώ και χρόνια. Λαμβάνω το θράσος, να επισυνάψω το εκτυπωμένο απολίθωμα, από το δικό μου αρχείο, υπό μορφή pdf. Εδώ.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι ακόμη και τα πιο φιλότιμα, τίμια και ειλικρινή πνεύματα σαν επιχειρήσουν να θέσουν τα θέματα που αφορούν τη ζωή κάτω από το νυστέρι της λογικής κατανόησης, με άλλα λόγια κόβοντας και ράβοντας να οριοθετήσουν και να κατηγοριοποιήσουν, είναι καταδικασμένα σε μια ατέρμονη επιχειρηματολογία – όχι μάταιη απαραίτητα. Κάθε έκφανση της ζωής χαρακτηρίζεται από μια συνέχεια, από μια αδιάλειπτη ροή δυναμικού. Η προσπάθεια να τμήσουμε τη συνέχεια αυτή και να «εκβιάσουμε» την αποδοχή ορίων εδώ, εκεί ή λίγο πιο πέρα, πολύ φοβάμαι ότι δεν έχει ελπίδες να αποτελέσει τίποτε περισσότερο από μια, καθ’ όλα επιθυμητή αλλά ουδόλως αδιαμφισβήτητη, ηθική σύμβαση. Κι ενώ είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν παίρνουμε τη ζωή καθόλου στην πλάκα, γι’ αυτό και όλη ετούτη η ηθική πάλη με την κοινωνία ή με τους εαυτούς μας, ωστόσο ίσως εκεί να εξαντλείται και κάθε μας βεβαιότητα – ερήμην φυσικά θεολογικών και θεοσοφικών προσεγγίσεων. Με βάση, λοιπόν, τα προηγούμενα – αλλά και το κείμενο του Νικόλα – θέλω να εκθέσω πέντε–έξι σκέψεις–ερωτήματα:
α) Είναι βασικό να ξεκαθαρίσουμε – ίσως εγώ να μην το κατάλαβα – αν η στάση μας απέναντι στην έκτρωση αφορά τη στάση μας απέναντι στην ανθρώπινη ζωή ή στην ανθρώπινη αυτοσυνείδηση. Δεν είναι καθόλου αυταπόδεικτο, βέβαια, πως το πρώτο συνεπάγεται το δεύτερο, κι αν ναι από πιο ηλικιακό στάδιο και μετά. Επίσης, δεν είναι καθόλου απίθανο σε κάποια μελλοντική εποχή, ακόμη κι αυτή η ανθρώπινη αυτοσυνείδηση να μη συνεπάγεται απαραίτητα την ανθρώπινη ζωή (πχ. τεχνητή νοημοσύνη). Αυτό θαρρώ πως πρέπει να καταστεί σαφές πριν από κάθε συζήτηση, αφού μετατοπίζει αισθητά το ειδικό βάρος της.
β) Επιπλέον, δεν έχω πειστεί σε καμία περίπτωση πως η ανθρώπινη ζωή ξεκινάει απλά μετά τη σύλληψη (ωστόσο, δεκτό σαν βάση για να κατανοήσω την επιχειρηματολογία του Νικόλα) γιατί αυτή η σκέψη εμπεριέχει μια σύμβαση που δεν είμαι σίγουρος ότι αποδέχομαι. Ότι, δηλαδή, άλλο η ζωή γενικά και άλλο η ανθρώπινη ζωή. Η ζωή έχει μια συνέχεια που μας πηγαίνει δισεκατομμύρια χρόνια στο παρελθόν, απ' όπου κατάφερε με αξιοθαύμαστο πείσμα να μεταλαμπαδεύσει τη σπορά της απ’ τον ένα απόγονο στον άλλο κι από το ένα είδος στο άλλο. Η γραμμή που φτάνει μέχρι τον άνθρωπο δεν είναι μια διακεκομμένη γραμμή αλλά μια συνεχής ευθεία. Αντίθετα με αυτή τη λογική, η αντίληψη αλλά και η ηθική μας στάση, στα ερωτήματα που αφορούν την ανθρώπινη ζωή ειδικότερα, έχουν κατά κύριο λόγο συναισθηματική φόρτιση, γι' αυτό και είναι βασικά και αναπόφευκτα ανθρωποκεντρικά. Εφόσον λοιπόν η ζωή είναι μια αδιάλειπτη ενέργεια, θα χαρακτηρίζει εξίσου τόσο το ωάριο, το σπερματοζωάριο, όσο και το προς συζήτηση ζευγάρωμά τους. Που τελειώνει η ζωή του σπερματοζωαρίου και του ωαρίου και που ξεκινάει του εμβρύου; Ή μήπως δε θεωρούμε το σπερματοζωάριο και το ωάριο ζωντανά; Η τομή των εννοιών είναι καθαρά επιστημονική, έχει δυνατή βάση ως προς τη μορφολογική διαφοροποίηση αυτού που θεωρούμε ζωή, αλλά δεν μας προσφέρει κανένα ικανοποιητικό εργαλείο όσον αφορά την ουσιαστική αφετηρία του.
Αναλογικά, πότε θεωρείται ένας άνθρωπος ενήλικος; Σίγουρα όχι όταν κατοχυρώσει νομικά τις δεκαοχτώ περιστροφές του γύρω από τον ήλιο. Μήπως όταν τελειώσει η εφηβεία; Μα πότε συμβαίνει αυτό; Πότε λαμβάνει τέλος και η τελευταία ορμονική αποκατάσταση, ποια χρονική στιγμή ωριμάζει και το τελευταίο εφηβικό κύτταρο και μπορούμε ανεπιφύλακτα να αποκαλέσουμε κάποιον ενήλικο; Ποιος, τελικά, καταφέρνει να διακρίνει την κίνηση του ωροδείκτη, παρόλο που χαζεύει έκπληκτος τις ώρες να διαδέχονται η μία την άλλη, με ταχυδακτυλουργική δεξιοτεχνία; Η ζωή δεν είναι παρά μια συνεχής και ακούραστη μεταμόρφωση και σαν συνειδητοποιήσουμε ότι τα μόνα όρια που δικαιούμαστε να θέσουμε είναι κατά σύμβαση, συνειδητοποιούμε συνάμα ότι και μια ηθική, που θα περικλείεται από αυτά, θα είναι ομοίως κατά σύμβαση.
γ) Το θέμα τώρα της ανθρώπινης συνείδησης και ποια χρονική στιγμή μπορεί να θεωρηθεί η αφετηρία της (πότε δηλαδή περνούμε από το human στο person, όπως λέτε πολύ εύστοχα), πρέπει να παραδεχτούμε ανεπιφύλακτα ότι είναι ένα θέμα γεμάτο αγκάθια. Η αδυναμία ετούτη είναι κι εκείνη που καθιστά την απόφασή μας πιο δύσκολη και την ευθύνη μας πιο βαριά. Στο βαθμό βέβαια, που το θέμα της ζωής γενικότερα δε μοιάζει να μας απασχολεί με την ίδια θέρμη, αν κατάλαβα καλά, όσο το θέμα της συνείδησης.
δ) Υπό την προϋπόθεση ότι διατηρούμε κάθε υπερβατική και δογματική ηθική μακριά από το πεδίο μας, πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε κατά πόσο το θέμα της έκτρωσης αφορά μια αυστηρά προσωπική απόφαση ή εμπεριέχει παραμέτρους κοινωνικές που ξεπερνούν το άτομο. Για χάρη του επιχειρήματος πάντως, αν αποδεχτούμε ότι πρόκειται για μια προσωπική απόφαση, άρα μιλάμε για μια προσωπική ηθική, τότε τι θα εμπόδιζε τελικά την οποιαδήποτε επιλογή; Ή ακόμη καλύτερα, υπό ποια έννοια θα μπορούσαμε να κρίνουμε ο,τιδήποτε ως ανήθικο; Γιατί είναι πιο ηθικό να διακόψουμε μια ζωή στις 24 εβδομάδες απ’ ότι στις 25, στις 30, στις 36 ή από την πρώτη μέρα της σύλληψης; Εφόσον αγνοούμε μιαν απόλυτη και αντικειμενική απάντηση, όποτε και να αποφασίσουμε τη διακοπή της εγκυμοσύνης, η απόφασή μας θα είναι εξίσου ηθική ή ανήθικη, με όποια μονάδα μέτρησης κι αν τη μετρήσουμε.
Πιστεύω ότι μια απάντηση, σ’ ετούτο το ζήτημα, είναι πως θέλουμε βασικά να αποφύγουμε, στον όλο ηθικό μας προβληματισμό, το να αποδεχτούμε στη συνείδησή μας ότι η ανθρώπινη ζωή – συνειδητή ή όχι – μπορεί να αποτελέσει «αντικείμενο». Η ευαισθησία μας έγκειται δηλαδή στο πώς θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε ηθικά αλώβητη την αντίληψη που έχουμε για τον άνθρωπο γενικότερα – ασχέτως ηλικίας, εμβρυακής ή γεροντικής – ως ξεχωριστή ύπαρξη, ως «υποκείμενο», παράλληλα με την αποδοχή μιας ανηλεούς αναγκαιότητας του βίου που μας ωθεί στιγμές στο χείλος του Καιάδα.
ε) Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι η απόφαση να θέσουμε τέρμα σε μια ζωή κρύβει περισσότερα και πιο αμφιλεγόμενα ηθικά διλήμματα απ’ όταν παίρνουμε την απόφαση να φέρουμε μια ζωή στον κόσμο; Και στις δύο περιπτώσεις: (1) στο βαθμό που αποτελούν συνειδητή επιλογή εμπεριέχουν εξίσου σημαντικές ηθικές συνιστώσες και (2) η επιλογή γίνεται χωρίς να ερωτάται ο άμεσα ενδιαφερόμενος, πράγμα που φυσικά δεν είναι δυνατόν. Φυσικά και καταλαβαίνω τα αντεπιχειρήματα, ωστόσο θεωρώ ότι δεν πρέπει να παραμελήσουμε και την άλλη πλευρά του νομίσματος: για να υπάρχει μια ηθική–ανήθικη έκτρωση θα πρέπει να έχει προηγηθεί μια ηθική–ανήθικη σύλληψη. Θα μπορούσε κανείς εδώ, ίσως με μια γεύση υπερβολής, να υποθέσει ότι δε στερείται δικαιωμάτων ακόμη και το... αγέννητο παιδί.
στ) Για να μη γίνω περισσότερο κουραστικός, θεωρώ πως η ηθική μας απέναντι στο έμβρυο, όπως και απέναντι στον άνθρωπο γενικά, έχει περισσότερο συναισθηματική παρά ορθολογική βάση. Σε κάποιο βαθμό, αυτό ίσως να οφείλεται στην προβολή κάθε ηθικής στον εαυτό μας και στην δική μας, συνεκδοχική, απέχθεια ή αποδοχή. Από αυτήν την άποψη ίσως κάποια στιγμή η επιχειρηματολογία πρέπει να «σταματάει» (δεν το εννοώ ουσιαστικά αλλά πρακτικά) σ’ εκείνο το συμβατικό όριο όπου, ο στοχασμός αδυνατεί και η καρδιά δυσανασχετεί. Εκεί όπου αισθανόμαστε ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα ούτε του παιδιού, ούτε και της μητέρας ή, από μια διαφορετική προσέγγιση, πως θίγονται εξίσου και των δύο.
Ίσως να ήταν επιθυμητό, πριν κλείσω, να πάρω κάποια θέση. Θεωρώ ότι στο τελευταίο σχόλιο του Νικόλα, απ’ το συγκεχυμένο (ως προς την παρηγοριά κάποιας προφανούς άκρης) νεφέλωμα των επιχειρημάτων του αρχικού κειμένου, σκάζουν οι πρώτες αδύναμες αλλά φωτεινές αχτίδες. Και αυτό μάλλον, γιατί τα τελευταία του σχόλια ήταν πιο προσωπικά κι έτσι επέτρεψε μια μικρή θέση στην καρδιά ή την διαίσθηση. Αυτό είναι σε συμφωνία με τη δική μου θέση, όπως την ανέφερα στο (στ). Θέλοντας να αποφύγω όρους όπως ηθική–ανήθικη, αποδέχομαι την έκτρωση σε κάθε περίπτωση ως μια νόμιμη επιλογή (όχι υπό την νομική έννοια εννοείται), όχι όμως χωρίς την εξής προϋπόθεση: να αποτελεί απολύτως συνειδητή απόφαση για τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτή, μια απόφαση με πλήρη επίγνωση των ευθυνών και των συνεπειών, που αυτή συνεπάγεται. Αυτό κατοχυρώνει δυο πικρές αλήθειες: (1) από τις δυο ζωές, τις οποίες αφορά η έκτρωση, δυστυχώς μονάχα η μία έχει δυνατότητες επιλογής και (2) η απόφαση αυτή, όπως και οποιαδήποτε άλλη, όντας συνειδητή, αφορά ένα προσωπικό ταξίδι ωρίμανσης (της μητέρας και όχι μόνο) προς την κατάκτηση μιας ηθικής στάσης, δια της εμπειρικής πλέον επίγνωσης των ευθυνών και της σκληρότητας με την οποία αυτές αναγνωρίζονται και κερδίζονται. Από τη στιγμή που σκοτώσαμε τους θεούς μας ποιος απομένει άλλος από εμάς για να πάρει τις αποφάσεις; Εννοείται, φυσικά από τα προηγούμενα, ότι καταδικάζω κάθε απερίσκεπτη αντιμετώπιση, παρόλο που από πλευράς αποτελέσματος και μόνον, μπορεί να βρίσκεται σε πλήρη συμβατότητα με την προηγούμενη περιγραφή. Περιπτώσεις τύπου Ziegler θεωρώ ότι έχουν μια μορφή παθογένειας και δεν εμπίπτουν στην συζήτησή μας. Άρα ο διαχωρισμός που προτείνω έχει να κάνει περισσότερο με την ποσότητα και την ποιότητα της δικής μας συνείδησης παρά με εκείνη του εμβρύου.
Όσον αφορά τα χρονικά περιθώρια, νομίζω ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρο όριο για το πότε πρέπει να γίνεται μια έκτρωση. Μάλλον, να γίνεται όσον το δυνατόν νωρίτερα, όσο αόριστο κι αν ακούγεται αυτό. Πρέπει να απενοχοποιήσουμε τα όρια, νομικά και ηθικά, και να αποκτήσουν οι άνθρωποι την παιδεία να αποφασίζουν όσο πιο γρήγορα και υπεύθυνα γίνεται, γνωρίζοντας ότι κάθε λεπτό που χάνεται επιβαρύνει τη φόρτιση της απόφασης. Αν για κάποιους λόγους ο καιρός έχει περάσει ανεπιστρεπτί (κι αυτό περισσότερο θα το κρίνει η καρδιά μας και όχι μια συγκεκριμένη ημερομηνία) κι εφόσον δε συντρέχουν λόγοι υγείας για τη μητέρα, τότε η δυνατότητα για μια «ανώνυμη γέννα», όπως αναφέρεται στο σχόλιο του Δημήτρη, είναι θεωρώ η πιο τίμια λύση. Μια λύση, η οποία επιπλέον υποδεικνύει διακριτικά ότι η έκτρωση είναι ένα ηθικό δίλημμα, που αμβλύνεται καθοριστικά εάν αναζητήσουμε τη λύση του στα πλαίσια μιας κοινωνίας και όχι ενός ατόμου μόνο. Μιας κοινωνίας που θα δρα με την αρωγή και την υποστήριξη, κατευθύνοντας προς τη διατήρηση της ζωής, και όχι με την επιβολή και τη σύγκρουση, αναπαράγοντας έτσι τα ίδια διλήμματα σε άλλο επίπεδο. Απουσία τέτοιας δυνατότητας θεωρώ τελικά κάθε επιλογή κατανοητή, γιατί δυσκολεύομαι πραγματικά να συνάγω κάποιον άλλο ηθικό κανόνα, όταν το άτομο καλείται να παλέψει μόνο του (πάντα υπό τις προϋποθέσεις που ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο).
Νομίζω ότι η ηθική στάση που αναζητούμε απέναντι στην έκτρωση, δηλαδή απέναντι στο τι θεωρούμε ζωή-συνείδηση και τι όχι, αναπόφευκτα γίνεται με σχετικούς όρους και έχει να κάνει με την ποιότητα της κοινωνίας, μέσα στην οποία στοχαζόμαστε. Ζητήματα τέτοια φαντάζομαι δεν απασχολούσαν το λαό της αρχαίας Σπάρτης που εφάρμοζε την ευγονική a posteriori (αλήθεια, υπήρχαν άραγε Σπαρτιάτες που δυσανασχετούσαν με αυτή την τακτική;). Ούτε θα απασχολούσαν, στον ίδιο βαθμό, μια κοινωνία η οποία δε θα έπνιγε το άτομο με τις υποχρεώσεις του θεσμού της οικογένειας, αλλά θα αναλάμβανε εξ’ ολοκλήρου κάθε παιδί, σαν απόγονο ολόκληρης της κοινωνίας, μαζί με την ευθύνη της ανατροφής του. Δια μιας θα εξαλείφονταν έτσι οι κοινωνικοί και οικονομικοί ενδοιασμοί και θα παρέμεναν μονάχα η βασική συνιστώσα της πρόληψης για τυχούσες επιπλοκές στην υγεία της μητέρας, καθώς και διάφορες προσωπικές παράμετροι και προβλήματα. Αυτά όμως, τα τελευταία, δεν γνωρίζουμε πώς θα διαμορφώνονταν σε μια παρόμοια κοινωνία και κατά πόσο δε θα έχαναν την αναγκαιότητά τους, τελικά.
Χωρίς την τιμωρία της κόλασης, ναι ο άνθρωπος θα κάνει λάθη, θα σφάλλει πικρά στον αγώνα του να σταθεί όρθιος. Και ναι, ίσως με αυτό τον τρόπο να πάρει στο λαιμό του κάποια ζωή για την οποία ουδέποτε θα κληθεί να απολογηθεί και στην οποία ίσως ουδέποτε απονεμηθεί μιας μορφής δικαιοσύνη. Όμως σαν όλα ετούτα γίνουν με πλήρη συνείδηση και με κάθε συναίσθηση της ευθύνης, τότε με πόση – μα με πόση – περίσκεψη και θλίψη θα σταθεί ο άνθρωπος αυτός απέναντι στο ίδιο δίλημμα, την επόμενη φορά! Αυτή είναι νομίζω η ηθική της ελευθερίας…
Υ.Γ. 1. Η ανάλυση του Νικόλα και τα διάφορα παραδείγματα με τον βιολονίστα μας επιτρέπουν μια κλεφτή ματιά στην πολυπλοκότητα του προβλήματος. Αν διακρίνω σωστά, η ηθική που χτίζεται με αυτόν τον τρόπο καταλήγει συνήθως στην ευθύνη του ατόμου (η γυναίκα πρέπει να αποφασίσει, σε κάθε περίπτωση) κάτι που δε διαφέρει από αυτό που πιστεύω κι εγώ. Η διαφορά έγκειται στο ότι εγώ πιστεύω σε μια ηθική που ωριμάζει και ολοκληρώνεται από ή μαζί με τις αποφάσεις μας και δεν προϋπάρχει αυτών (πχ. το ερώτημα "τι δικαιούται κάποιος να κάνει" υπονοεί μια ηθική που προϋπάρχει και καλούμαστε να την αναζητήσουμε και να συμμορφωθούμε μαζί της).
Υ.Γ. 2. Εννοείται ότι οι απόψεις μου είναι ανοιχτές σε οποιαδήποτε κριτική και είμαι πρόθυμος να αναθεωρήσω σε σημεία ή ακόμη και άρδην, εφόσον χρειαστεί. Οι συλλογισμοί μου είναι κυρίως σχόλια, έτσι στερούνται μια αυστηρά δομημένης φιλοσοφικής αντιμετώπισης (όχι πως θα μπορούσα να επιτύχω κάτι τέτοιο, ούτως ή άλλως, με την υπάρχουσα υποδομή μου). Ίσως, κάποια στιγμή συνοψίσω σε ένα πιο περιεκτικό και συνεπές κείμενο.
12 Σεπ 2007
Ωκύπους Αχιλλεύς ή ωκύψωλος Αιθίοπας;
Όντας μαθητής ακόμη, σαν πρωτάκουσα το παράδοξο του Ζήνωνα, προσπάθησα ματαίως να αντιληφθώ που στην οργή βρισκόταν το παράδοξο. Κι αν τελικά υπήρχε κάπου κάποιο παράδοξο, τότε θεωρώ ότι λανθασμένα οι περισσότεροι το τοποθετούσαν στην αδυναμία του Αχιλλέα να προλάβει τη χελώνα, ενώ περισσότερο ενέκειτο στο γεγονός ότι ο Αχιλλέας, στην πραγματικότητα, μέσα σε ελάχιστα βήματα θα είχε βάλει τη χελώνα (αλλά και το Ζήνωνα) στη σωστή της θέση. Φυσικά, για να υπάρξει παράδοξο (όπως το παράλογο του Καμύ) πρέπει να υπάρχει μια ακούραστη συνείδηση που αγωνίζεται με λογικούς συλλογισμούς να το προσεγγίσει κι από την άλλη μια παραδοξότητα που αντιστέκεται πεισματικά σε κάθε λογική προσέγγιση. Μέχρι εδώ καλώς, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει μια αντιστροφή των εννοιών που ίσως, εξαιτίας της, να τρίζουν λίγο τα κόκκαλα του Χέγκελ. Γιατί αν το πραγματικό είναι ορθολογικό και το ορθολογικό πραγματικό, τότε δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν με το παράδοξο του Ζήνωνα: είτε το ορθολογικό είναι πραγματικό και άρα επικυρώνεται η ανυπαρξία κινήσεως και ακυρώνεται η εμπειρία της, είτε το πραγματικό είναι ορθολογικό και συνεπώς η εμπειρία της κίνησης είναι πραγματική, ακυρώνεται όμως η συλλογιστική του Ζήνωνα ως μη ορθολογική. Η ισοδυναμία του Χέγκελ κατακρημνίζεται, διαιρεμένη ξεδιάντροπα, σε δύο ασύμβατες συνεπαγωγές.
Να μην περάσουμε τώρα σε δαιδαλώδεις φιλοσοφικούς μαιάνδρους, όπου χαϊδεύοντας τις αραχνιασμένες μας γενειάδες αναρωτιόμαστε αν η εμπειρία της κίνησης είναι όντως πραγματική ή είναι μια αυταπάτη που δημιουργούν οι αισθήσεις ή αν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα άρα και αντικειμενική κίνηση ή μπλα μπλα μπλα κλπ. Τι νόημα έχει μια φιλοσοφία των πραγμάτων αν δεν ξεκινάει από μια αντίληψη της αισθητής πραγματικότητας αλλά από μια υπέρβασή της; Αυτό έχει να κάνει με τον απώτερο στόχο που αποδίδει κανείς στη φιλοσοφία. Προσωπικά, ξεκινάω απ' την παρακάτω απλή - ή απλοϊκή - βάση ότι το νόημα της φιλοσοφίας έχει να κάνει με τον κόσμο τούτο και τα αισθητηριακά ερεθίσματα που αποδέχομαι δίκην αξιωμάτων. Αισθητηριακά δεδομένα από τα οποία αγωνίζομαι να συνάγω θεωρήματα και πορίσματα ζωής, δηλαδή μια κατά το δυνατόν λογικά ταιριασμένη και συνεπή νοηματοδότηση, η οποία θα συντηρεί τη δράση αλλά και την ανατροφοδότησή της με νέα δεδομένα.
Στα δικά μας τώρα, το παράδοξο του Ζήνωνα έγκειται, να το πούμε ξεκάθαρα πια, στο ότι θεωρεί τον ορθολογισμό του πραγματικότερο της πραγματικότητας! Αν με τα πιο ευφυή και λεπτοδουλεμένα επιχειρήματα αποφανθώ για την ανυπαρξία της κίνησης τότε η πραγματικότητα ακυρώνεται! Το εργαλείο θριαμβεύει πάνω στο αντικείμενό του, όχι γιατί έχει προσαρμοστεί κατάλληλα ώστε να εφαρμόσει σε αυτό, αλλά εξαφανίζοντάς το! Αν το κατσαβίδι μου δεν ταιριάζει σε κάποιου τύπου βίδα, τότε κανείς δεν αναρωτιέται μήπως κρατώ το λάθος κατσαβίδι, απλά η βίδα δεν υπάρχει! Όπερ έδει δείξαι! Έλεος αγαπητοί φιλόσοφοι! Συνέρθετε μια στάλα! Γιατί, αν αντικαθιστούσαμε τον ωκύποδα Αχιλλέα με τον ωκύψωλο Αιθίοπα κι αντιστοίχως την βραδυπόδεια χελώνα με τα πλαδαρά οπίσθια του Ζήνωνα (ανυπαρξία οποιασδήποτε κινήσεως συνεπάγεται προφανώς πλαδαρότητα), τότε ειλικρινά αναρωτιέμαι θα επέμενε ακόμη ακλόνητος, ο αγαπητός φιλόσοφος, στις λογικοφανείς παραδοξολογίες του; Καθώς ο τανυσμένος και παλλόμενος φαλλός αμείλικτα θα διήνυε, το ένα με το άλλο, τα άπειρα και απειροστά διαστήματα που θα τον χώριζαν απ' την τουρλωμένη κωλάρα του φιλοσόφου, και καθώς ο τελευταίος θα διαπίστωνε σε κάθε νέον και άτμητον χρονικόν διάστημα την ανηλεή - αλλά κατά τ' άλλα ακίνητον - ψωλή να "ακινητεί" ολοένα και εγγυτέρως στη χάσκουσα κωλοτρυπίδα του, κατά πόσον τότε θα διατηρούσε ο άμοιρος την φιλοσοφική αταραξία του και δεν θα αναθεωρούσε με ακράτητους λυγμούς κάθε παραδοξολογία, εκλιπαρώντας την ακύρωση του πειράματος τούτου;
Αν και το πικάντικο αυτό φαντασιολόγημα, ίσως να μην αποδεικνύει τίποτε (υποτιμώντας επίσης υπέρ το δέον, την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου ατρόμητου και πεισματάρη, που δεν δίστασε στιγμή να πεθάνει προκειμένου να μην συγκατατεθεί με τη θέληση του τυράννου Νεάρχου), ωστόσο φανερώνει τα πάντα. Φανερώνει μιαν αλήθεια την οποία μπορούμε όλοι να την διανοηθούμε και να τη μοιραστούμε. Γιατί συμβαίνει τούτο, πέρα από ορθολογισμούς και αμπελοφιλοσοφίες, όταν η πραγματικότητα παύει να είναι μια απλή εικασία, ένα ευχάριστο και δημιουργικό γύμνασμα του νου, όταν δηλαδή παύει να είναι εικονική και ορθώνεται απτή και συγκεκριμένη, αισθητή και απειλητική ίσως, τότε οι μάσκες και τα φιλοσοφικά στολίδια γκρεμίζονται και πέφτουν, σαν δεν έχουν ουσιαστικό αντίκρυσμα και βάση. Τονίζω: δεν πρόκειται για ένα παράδοξο που μας προσφέρει μιαν αναθεωρημένη προοπτική, μιαν εναλλακτική ερμηνεία της κινήσεως. Απλά την ακυρώνει, την αρνείται. Κι όμως τελικά, ο Αχιλλέας, απλά κάποια στιγμή, φτάνει τη χελώνα, όπως φυσικά κι εγώ πρέπει κάποια στιγμή να φτάσω σε ένα... τέλος της πολυλογίας, αν δεν επιθυμώ να αυτο-ακυρωθώ!
Τι συμβαίνει, λοιπόν, αν ανάγουμε όλες τις προηγούμενες σκέψεις στο πεδίο της καθημερινής πάλης με τον εαυτό μας; Εκεί δίνεται μια, πραγματικά, λυσσαλέα μάχη για την πρόοδο και την εξέλιξη από τη μία, για το χάος ή το μαράζωμα από την άλλη. Πολλοί από εμάς, λιγότερο ή περισσότερο ο καθένας, έχουμε περιπέσει σε τούτο το αμάρτημα του Ζήνωνος. Ακροβατούμε και χοροπηδούμε απ' τον ένα συλλογισμό στον άλλο, χαμένοι μέσα σε χαοτικά φράκταλς σκέψεων και συναισθημάτων. Όπου αλλοπαρμένοι κι απελπισμένοι, ξεδιαλέγουμε από το χάος μιαν άκρη του νήματος, ένα εμπόδιο ελάχιστο ή μέγιστο και βάζουμε στόχο να το ξεπεράσουμε. Μα εκεί κάπου στα μισά, αναδύεται ένα άλλο εμπόδιο που δεν το είχαμε υπολογίσει νωρίτερα - μια ανάμνηση, ένα απωθημένο, μια πικρή γεύση αίματος από τα ίδια μας τα σπλάγχνα - και πρέπει τώρα να επιλύσουμε πρωτίστως αυτό, διαφορετικά πώς θα προχωρήσουμε στον απώτερο στόχο; Μα στα μισά ξανά του νέου εμποδίου, νάσου κι ένα τρίτο εμπόδιο ξεπροβάλλει πονηρά και αναπάντεχα. Κι έτσι συνεχίζουμε, κραδαίνοντας στα τυφλά ή στο μισοσκόταδο την οξεία μας απελπισία, διαιρώντας μ' αυτήν τη σκέψη μας ξανά και ξανά σε μια απειρία κωλυμάτων απειροστών και ελαχίστων, που μπορεί να έχουν νόημα μπορεί και όχι. Και καθώς η μιζέρια μας τόσο βαθαίνει, όσο περισσότερο τεμαχίζεται, αναδύεται ξάφνου σαν μέσα απ' το χάος, μέσα απ' τον ίλιγγο ενός μορφοκλασματικού προτύπου, λαμπερή και μακάβρια η αφετηρία. Μέσα απ' το κάθε ξέφτι του φράκταλ ξεπροβάλλει αποκαρδιωτικά το αρχικό πρόβλημα κι είμαστε τόσο ζαλισμένοι κι απελπισμένοι να αντισταθούμε! Βυθιζόμαστε ξανά και ξανά στο χάος, σε μια απειρία συλλογισμών που δεν οδηγούν πουθενά, αφού καταλήγουν πάντοτε πίσω στον εαυτό τους. Κι αναρωτιέμαι υπάρχει τελικά κίνηση μέσα στην καρδιά μας;
Όμως, έφτανε τελικά ένα βήμα του Αχιλλέα για να ακυρωθεί κάθε διανοητική ακροβασία και παράδοξο. Έφτανε μια ενέργεια του σώματος για να καταριφθεί μια απειρία ενεργειών του νου. Αισθάνομαι ότι εδώ, αυτό ακριβώς αποκαλύπτεται, με μια λαμπρότητα και μια απλότητα αποστομωτική: ο νους είναι επιρρεπής σε ατέρμονους κύκλους σκέψεων και συλλογισμούς που αν και λογικοφανείς, δεν οδηγούν τελικά πουθενά, παρά στην ακινησία, με άλλα λόγια στην παθητικότητα. Αυτή η τάση του αυτισμού της ψυχής που παλεύει με τα προβλήματα και τον εαυτό της, αποκλείοντας σε ουσιαστικό επίπεδο τα εξωτερικά ερεθίσματα, το φως και τη ζωή, λύνεται με τον πιο απλό τρόπο - αν και ίσως τον πιο δύσκολο - κάνοντας απλά ένα... βήμα! Όταν κάποιος παλεύει μήνες να ορίσει την αγάπη κι έτσι χαμένος, μέσα στην αποστείρωση του νου, αδυνατεί να προχωρήσει σε μια πράξη αγάπης, έστω ελάχιστης, ατελούς και ανεπαρκώς ορισμένης, τότε ουδέποτε αυτός ο άνθρωπος θα βρεθεί έστω και ένα βήμα εγγύτερα στην αγάπη. Αν κάτι δεν κινείται πραγματικά, αυτό είναι ο νούς από μόνος του. Ο νους που παλεύει ξέχωρα από το βίωμα, από την εμπειρία. Τότε όμως, όταν για κάθε σύλληψη του νου, όλη η ύπαρξη του ανθρώπου, ολόκληρη η υπόστασή του, αναλαμβάνει δράση και ακολουθεί, όταν ο κάθε δαιδαλώδης συνειρμός δοκιμάζει την εξουσία του και την εγκυρότητά του μέσα στη μέγκενη της δράσης, τότε ναι, αυτή η κίνηση είναι πραγματική - με όποια ακαδημαϊκή κολοκυθολογία μπορεί να ορίσει κανείς το πραγματικό.
Με την πράξη και μόνο με αυτήν, με τη δράση και την ενέργεια νου και σώματος συνταιριασμένων, μόνο τότε ακυρώνεται το παράδοξο. Το καθένα ξέχωρα και από μόνο του παραπαίει μέσα στη γελοιότητα ή τη μιζέρια. Εκεί στο ασαφές όριο της ύπαρξης, όπου ο νους γίνεται ενέργεια συγκεκριμένη και απτή, στο σημείο αυτό είναι που σπάζει ο κύκλος του Σεφέρη κι όπου ο Ζήνων, σε κατάφορη αντίθεση με τις διδασκαλίες του, ορμά και πετσοκόβει το αφτί το τυράννου, καθώς τα δόντια του έχουν διανύσει όλη την απόσταση που τα χώριζε από αυτό. Ίσως τελικά ετούτο δα να είναι το παραδοξότερο όλων: όχι η ακινησία αλλά πως τελικά μπορεί να υπάρξει τόση κίνηση, σαν το αποφασίσουμε...
Να μην περάσουμε τώρα σε δαιδαλώδεις φιλοσοφικούς μαιάνδρους, όπου χαϊδεύοντας τις αραχνιασμένες μας γενειάδες αναρωτιόμαστε αν η εμπειρία της κίνησης είναι όντως πραγματική ή είναι μια αυταπάτη που δημιουργούν οι αισθήσεις ή αν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα άρα και αντικειμενική κίνηση ή μπλα μπλα μπλα κλπ. Τι νόημα έχει μια φιλοσοφία των πραγμάτων αν δεν ξεκινάει από μια αντίληψη της αισθητής πραγματικότητας αλλά από μια υπέρβασή της; Αυτό έχει να κάνει με τον απώτερο στόχο που αποδίδει κανείς στη φιλοσοφία. Προσωπικά, ξεκινάω απ' την παρακάτω απλή - ή απλοϊκή - βάση ότι το νόημα της φιλοσοφίας έχει να κάνει με τον κόσμο τούτο και τα αισθητηριακά ερεθίσματα που αποδέχομαι δίκην αξιωμάτων. Αισθητηριακά δεδομένα από τα οποία αγωνίζομαι να συνάγω θεωρήματα και πορίσματα ζωής, δηλαδή μια κατά το δυνατόν λογικά ταιριασμένη και συνεπή νοηματοδότηση, η οποία θα συντηρεί τη δράση αλλά και την ανατροφοδότησή της με νέα δεδομένα.
Στα δικά μας τώρα, το παράδοξο του Ζήνωνα έγκειται, να το πούμε ξεκάθαρα πια, στο ότι θεωρεί τον ορθολογισμό του πραγματικότερο της πραγματικότητας! Αν με τα πιο ευφυή και λεπτοδουλεμένα επιχειρήματα αποφανθώ για την ανυπαρξία της κίνησης τότε η πραγματικότητα ακυρώνεται! Το εργαλείο θριαμβεύει πάνω στο αντικείμενό του, όχι γιατί έχει προσαρμοστεί κατάλληλα ώστε να εφαρμόσει σε αυτό, αλλά εξαφανίζοντάς το! Αν το κατσαβίδι μου δεν ταιριάζει σε κάποιου τύπου βίδα, τότε κανείς δεν αναρωτιέται μήπως κρατώ το λάθος κατσαβίδι, απλά η βίδα δεν υπάρχει! Όπερ έδει δείξαι! Έλεος αγαπητοί φιλόσοφοι! Συνέρθετε μια στάλα! Γιατί, αν αντικαθιστούσαμε τον ωκύποδα Αχιλλέα με τον ωκύψωλο Αιθίοπα κι αντιστοίχως την βραδυπόδεια χελώνα με τα πλαδαρά οπίσθια του Ζήνωνα (ανυπαρξία οποιασδήποτε κινήσεως συνεπάγεται προφανώς πλαδαρότητα), τότε ειλικρινά αναρωτιέμαι θα επέμενε ακόμη ακλόνητος, ο αγαπητός φιλόσοφος, στις λογικοφανείς παραδοξολογίες του; Καθώς ο τανυσμένος και παλλόμενος φαλλός αμείλικτα θα διήνυε, το ένα με το άλλο, τα άπειρα και απειροστά διαστήματα που θα τον χώριζαν απ' την τουρλωμένη κωλάρα του φιλοσόφου, και καθώς ο τελευταίος θα διαπίστωνε σε κάθε νέον και άτμητον χρονικόν διάστημα την ανηλεή - αλλά κατά τ' άλλα ακίνητον - ψωλή να "ακινητεί" ολοένα και εγγυτέρως στη χάσκουσα κωλοτρυπίδα του, κατά πόσον τότε θα διατηρούσε ο άμοιρος την φιλοσοφική αταραξία του και δεν θα αναθεωρούσε με ακράτητους λυγμούς κάθε παραδοξολογία, εκλιπαρώντας την ακύρωση του πειράματος τούτου;
Αν και το πικάντικο αυτό φαντασιολόγημα, ίσως να μην αποδεικνύει τίποτε (υποτιμώντας επίσης υπέρ το δέον, την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου ατρόμητου και πεισματάρη, που δεν δίστασε στιγμή να πεθάνει προκειμένου να μην συγκατατεθεί με τη θέληση του τυράννου Νεάρχου), ωστόσο φανερώνει τα πάντα. Φανερώνει μιαν αλήθεια την οποία μπορούμε όλοι να την διανοηθούμε και να τη μοιραστούμε. Γιατί συμβαίνει τούτο, πέρα από ορθολογισμούς και αμπελοφιλοσοφίες, όταν η πραγματικότητα παύει να είναι μια απλή εικασία, ένα ευχάριστο και δημιουργικό γύμνασμα του νου, όταν δηλαδή παύει να είναι εικονική και ορθώνεται απτή και συγκεκριμένη, αισθητή και απειλητική ίσως, τότε οι μάσκες και τα φιλοσοφικά στολίδια γκρεμίζονται και πέφτουν, σαν δεν έχουν ουσιαστικό αντίκρυσμα και βάση. Τονίζω: δεν πρόκειται για ένα παράδοξο που μας προσφέρει μιαν αναθεωρημένη προοπτική, μιαν εναλλακτική ερμηνεία της κινήσεως. Απλά την ακυρώνει, την αρνείται. Κι όμως τελικά, ο Αχιλλέας, απλά κάποια στιγμή, φτάνει τη χελώνα, όπως φυσικά κι εγώ πρέπει κάποια στιγμή να φτάσω σε ένα... τέλος της πολυλογίας, αν δεν επιθυμώ να αυτο-ακυρωθώ!
Τι συμβαίνει, λοιπόν, αν ανάγουμε όλες τις προηγούμενες σκέψεις στο πεδίο της καθημερινής πάλης με τον εαυτό μας; Εκεί δίνεται μια, πραγματικά, λυσσαλέα μάχη για την πρόοδο και την εξέλιξη από τη μία, για το χάος ή το μαράζωμα από την άλλη. Πολλοί από εμάς, λιγότερο ή περισσότερο ο καθένας, έχουμε περιπέσει σε τούτο το αμάρτημα του Ζήνωνος. Ακροβατούμε και χοροπηδούμε απ' τον ένα συλλογισμό στον άλλο, χαμένοι μέσα σε χαοτικά φράκταλς σκέψεων και συναισθημάτων. Όπου αλλοπαρμένοι κι απελπισμένοι, ξεδιαλέγουμε από το χάος μιαν άκρη του νήματος, ένα εμπόδιο ελάχιστο ή μέγιστο και βάζουμε στόχο να το ξεπεράσουμε. Μα εκεί κάπου στα μισά, αναδύεται ένα άλλο εμπόδιο που δεν το είχαμε υπολογίσει νωρίτερα - μια ανάμνηση, ένα απωθημένο, μια πικρή γεύση αίματος από τα ίδια μας τα σπλάγχνα - και πρέπει τώρα να επιλύσουμε πρωτίστως αυτό, διαφορετικά πώς θα προχωρήσουμε στον απώτερο στόχο; Μα στα μισά ξανά του νέου εμποδίου, νάσου κι ένα τρίτο εμπόδιο ξεπροβάλλει πονηρά και αναπάντεχα. Κι έτσι συνεχίζουμε, κραδαίνοντας στα τυφλά ή στο μισοσκόταδο την οξεία μας απελπισία, διαιρώντας μ' αυτήν τη σκέψη μας ξανά και ξανά σε μια απειρία κωλυμάτων απειροστών και ελαχίστων, που μπορεί να έχουν νόημα μπορεί και όχι. Και καθώς η μιζέρια μας τόσο βαθαίνει, όσο περισσότερο τεμαχίζεται, αναδύεται ξάφνου σαν μέσα απ' το χάος, μέσα απ' τον ίλιγγο ενός μορφοκλασματικού προτύπου, λαμπερή και μακάβρια η αφετηρία. Μέσα απ' το κάθε ξέφτι του φράκταλ ξεπροβάλλει αποκαρδιωτικά το αρχικό πρόβλημα κι είμαστε τόσο ζαλισμένοι κι απελπισμένοι να αντισταθούμε! Βυθιζόμαστε ξανά και ξανά στο χάος, σε μια απειρία συλλογισμών που δεν οδηγούν πουθενά, αφού καταλήγουν πάντοτε πίσω στον εαυτό τους. Κι αναρωτιέμαι υπάρχει τελικά κίνηση μέσα στην καρδιά μας;
Όμως, έφτανε τελικά ένα βήμα του Αχιλλέα για να ακυρωθεί κάθε διανοητική ακροβασία και παράδοξο. Έφτανε μια ενέργεια του σώματος για να καταριφθεί μια απειρία ενεργειών του νου. Αισθάνομαι ότι εδώ, αυτό ακριβώς αποκαλύπτεται, με μια λαμπρότητα και μια απλότητα αποστομωτική: ο νους είναι επιρρεπής σε ατέρμονους κύκλους σκέψεων και συλλογισμούς που αν και λογικοφανείς, δεν οδηγούν τελικά πουθενά, παρά στην ακινησία, με άλλα λόγια στην παθητικότητα. Αυτή η τάση του αυτισμού της ψυχής που παλεύει με τα προβλήματα και τον εαυτό της, αποκλείοντας σε ουσιαστικό επίπεδο τα εξωτερικά ερεθίσματα, το φως και τη ζωή, λύνεται με τον πιο απλό τρόπο - αν και ίσως τον πιο δύσκολο - κάνοντας απλά ένα... βήμα! Όταν κάποιος παλεύει μήνες να ορίσει την αγάπη κι έτσι χαμένος, μέσα στην αποστείρωση του νου, αδυνατεί να προχωρήσει σε μια πράξη αγάπης, έστω ελάχιστης, ατελούς και ανεπαρκώς ορισμένης, τότε ουδέποτε αυτός ο άνθρωπος θα βρεθεί έστω και ένα βήμα εγγύτερα στην αγάπη. Αν κάτι δεν κινείται πραγματικά, αυτό είναι ο νούς από μόνος του. Ο νους που παλεύει ξέχωρα από το βίωμα, από την εμπειρία. Τότε όμως, όταν για κάθε σύλληψη του νου, όλη η ύπαρξη του ανθρώπου, ολόκληρη η υπόστασή του, αναλαμβάνει δράση και ακολουθεί, όταν ο κάθε δαιδαλώδης συνειρμός δοκιμάζει την εξουσία του και την εγκυρότητά του μέσα στη μέγκενη της δράσης, τότε ναι, αυτή η κίνηση είναι πραγματική - με όποια ακαδημαϊκή κολοκυθολογία μπορεί να ορίσει κανείς το πραγματικό.
Με την πράξη και μόνο με αυτήν, με τη δράση και την ενέργεια νου και σώματος συνταιριασμένων, μόνο τότε ακυρώνεται το παράδοξο. Το καθένα ξέχωρα και από μόνο του παραπαίει μέσα στη γελοιότητα ή τη μιζέρια. Εκεί στο ασαφές όριο της ύπαρξης, όπου ο νους γίνεται ενέργεια συγκεκριμένη και απτή, στο σημείο αυτό είναι που σπάζει ο κύκλος του Σεφέρη κι όπου ο Ζήνων, σε κατάφορη αντίθεση με τις διδασκαλίες του, ορμά και πετσοκόβει το αφτί το τυράννου, καθώς τα δόντια του έχουν διανύσει όλη την απόσταση που τα χώριζε από αυτό. Ίσως τελικά ετούτο δα να είναι το παραδοξότερο όλων: όχι η ακινησία αλλά πως τελικά μπορεί να υπάρξει τόση κίνηση, σαν το αποφασίσουμε...
1 Σεπ 2007
Δουλειά και Ανία...
Στο Πρώτο βιβλίο (Παρ. 42) ο Νίτσε διατυπώνει ένα ελάχιστο σχόλιο, όσον αφορά στο θέμα της εργασίας και το πώς την αντιλαμβάνεται η μάζα, σε αντιδιαστολή με τους "στοχαστές και όλα τα εφευρετικά πνεύματα". Για τους πρώτους "να ψάχνεις για δουλειά αποσκοπεί στο να έχεις ένα μισθό", μια "ικανοποιητική αμοιβή" και τελικά "η δουλειά είναι ένα μέσο και όχι ο ίδιος ο σκοπός". Για τους δεύτερους όμως, "αυτό το σπάνιο είδος ανθρώπων που ανήκουν οι καλλιτέχνες και οι λογής θεωρητικοί, όπως κι εκείνοι οι αργόσχολοι που περνούν τη ζωή του με κυνήγι, ταξίδια, κλπ.", θα ήταν προτιμητέο "να πεθάνουν παρά να δουλεύουν χωρίς να αντλούν ευχαρίστηση από τη δουλειά τους", "δε νοιάζονται για μεγάλες αμοιβές, αν η δουλειά δεν είναι η αμοιβή όλων των αμοιβών", "είναι αποφασισμένοι να διατηρήσουν την τεμπελιά τους, ακόμη κι αν μπορεί να τους φέρει φτώχια, ατίμωση, κλπ." και, εν τέλει, "δεν φοβούνται την ανία" αφού "η ανία είναι εκείνη η δυσάρεστη "άπνοια" της ψυχής που υπάρχει πριν από το καλό ταξίδι και τους χαρούμενους ανέμους".
Αναπόφευκτα, στο μυαλό μου αναδύεται ξανά η περιγραφή ενός αγαπημένου, φανταστικού ήρωα, όχι ιδιαίτερα φιλοσοφικού, αρκούντως όμως φιλοσοφημένου: του Σέρλοκ Χολμς. Κι αυτός, λοιπόν, περνάει μεγάλα διαστήματα ανίας και απραξίας, περιμένοντας εκείνη την αφορμή, εκείνες τις ξεχωριστές περιστάσεις που θα τον οδηγήσουν σε μια έξαρση ενεργητικότητας και δράσης. Τις σύντομες αυτές περιόδους, μοιάζει πραγματικά ακατάβλητος και ανεξάντλητος. Ωστόσο, κάθε φορά που η τάξη αποκαθίσταται, η απραξία επανέρχεται δριμεία, γεγονός που τον οδηγεί συχνά στην παρηγοριά της κοκαΐνης, όπως με πίκρα παραδέχεται στο ημερολόγιό του, ο αγαπημένος του σύντροφος δόκτορας Γουάτσον.
Σε μια δεύτερη ανάλυση πάντως, παραδέχομαι πως η αρχική αναλογία που υπέθεσα, με τους ανθρώπους που περιγράφει ο Νίτσε, ίσως να μην είναι τελικά τόσο πλήρης. Αν υποθέσουμε πως όλα αυτά τα "εφευρετικά πνεύματα και οι στοχαστές" που αναφέρει ο Νιτσε, βιώνουν την ανία σαν μια περίοδο όπου συντελούνται - περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά - εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες κάποτε οδηγούν στη δραστηριοποίηση εκ των έσω, τότε αντιδιαμετρικά συναντούμε τον φανταστικό ήρωα του Ντόιλ, ο οποίος περιμένει μια κάποιαν εξωτερική αφορμή, ένα κίνητρο έξωθεν. Στην πρώτη περίπτωση η φάση της ανίας είναι ουσιαστικά μια κατεξοχήν ενεργητική αναμονή, μια υπομονετική εγρήγορση. Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται κατά κύριο λόγο για παθητικότητα και εξάρτηση, όχι χωρίς μια δόση παθογένειας ίσως, παρόμοιας με εκείνην που επίσης μαστίζει τη δυτική μας κοινωνία, τα τελευταία ας πούμε 100-150 χρόνια. Δεν γνωρίζω αν είναι σύμπτωση ή όχι, θεωρώ όμως πολύ πιθανό ο Ντόιλ να είχε υπόψιν του τη θέση αυτή, καθώς η "Χαρούμενη Επιστήμη" εκδόθηκε το 1882 και 1887, η δε πρώτη εμφάνιση του Χολμς (A Study in Scarlet) έγινε το 1887.
Ολοφάνερα, ο Νίτσε δίνει τα εύσημα σε αυτούς τους δημιουργικούς στοχαστές ή αργόσχολους, ωστόσο πέρα από κάθε φιλοσοφική προσέγγιση της εργασίας, θεωρώ ότι υπάρχει και μία αναμφισβήτητα ρεαλιστική αντιμετώπιση. Η δουλειά μέσα σ' ένα οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο έχει σαν πρωταρχικό της στόχο την εξασφάλιση των προς το ζην. Αν στη συνέχεια, ο όρος εργασία, ντύνεται με σεβαστή ποσότητα ματαιοδοξίας και άλλων χαρακτηριστικών, αυτό δεν έχει να κάνει με την βασική της ουσία, αλλά με διάφορες άλλες, άσχετες στην κουβέντα μας, κοινωνικές παραμέτρους. Έχοντας, λοιπόν, σα βάση πως η εργασία κατά κύριο λόγο εξασφαλίζει την επιβίωση, θεωρώ ότι η έλλειψη επιλεκτικότητας δεν είναι και τόσο επονείδιστη νοοτροπία τελικά. Οποιαδήποτε εργασία είναι σεβαστή, στο βαθμό που εξασφαλίζει τα απαραίτητα (μια προσθήκη θα ήταν αν σέβεται επίσης και την αξιοπρέπεια του ατόμου, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση). Αν επιπλέον σε κάποιον δοθεί και η "πολυτέλεια" της επιλογής, τότε ναι, πραγματικά θα ήταν το ιδανικό, να συνδυάζεται δηλαδή η εργασία και με επιπλέον ψυχική αμοιβή. Αλλά υποστηρίζω ότι η κατεξοχήν ψυχική αμοιβή οποιασδήποτε εργασίας θα έπρεπε να είναι (όχι δίχως κάποιες ανθρωπιστικές προϋποθέσεις) απλά και μόνον το γεγονός της εξασφάλισης των απαραίτητων εφοδίων διαβίωσης. Τα υπόλοιπα είναι αστικές μπούρδες και σε αυτό θα προχωρήσω αμέσως.
Ο Νίτσε με την οξεία του διανόηση καταφέρνει ίσως να ξεγελάσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό, αν φυσικά τα κείμενα του βρίθουν ουσίας και δεν είναι απλά φιλοσοφικά παιχνίδια και σκαριφήματα. Κατηγορεί τη μάζα, "όλων σχεδόν των ανθρώπων σήμερα στις πολιτισμένες χώρες", αλλά μήπως τελικά η όλη κουβέντα γίνεται για την αστική τάξη και μόνον; Θα προσπαθήσω να δείξω ότι η σκέψη του Νίτσε είναι εξίσου αστική με τη στάση που κατακρίνει, είναι σα να λέμε η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Χρησιμοποιώντας εκφράσεις του τύπου "ικανοποιητική αμοιβή" ή "δουλειά για να έχεις ένα μισθό", οι οποίες είναι εκφράσεις όχι ουδέτερες αλλά με έντεχνα καλυμμένη φόρτιση, καταφέρνει να αποθαρρύνει ερωτήματα διαφόρων ειδών. Παράδειγμα: τι σημαίνει ικανοποιητική αμοιβή για τον καθένα; τι σημαίνει "δουλειά για να έχεις ένα μισθό"; σημαίνει "για να έχει ένα μισθό να ζήσεις" ή "για να έχεις ένα μισθό να ζήσεις άνετα"; Κανένα ενδιαφέρον τελικά για τα κίνητρα που οδηγούν τους πολλούς στο να διαλέξουν μια εργασία απλά για το μισθό, όταν μεροληπτικά δίνεται τόσο βάρος στα γιατί και πώς της εκλεκτής κι εκλεκτικής μειοψηφίας. Μεγάλο τελικά το έλλειμα του νοήματος, σαν βάζει κανείς τελεία νωρίτερα απ' ότι θα έπρεπε.
Οι άνθρωποι του Νίτσε, αυτοί οι "εφευρετικοί αργόσχολοι", τους ξέρουμε καλά. Κρυφο-αστοί που ζούσαν με τις πλάτες των γονέων τους (οι οποίοι φύσικα ζούσαν κι εργάζονταν με τη φιλοσοφία του συστήματος), με τις πλάτες φίλων, ευεργετών, με κληρονομιές, εμβάσματα, παρακαταθήκες κι όλα τα ωραία σχετικά. Άνθρωποι που από οικονομικής απόψεως έζησαν, εντελώς ή εν μέρει, "παρασιτικά" κι έτσι είχαν όλη την άνεση να υπόκεινται στην "πολυτέλεια" της ανίας. Κι αντίρρηση καμμία, στο βαθμό που δεν μας τσαμπουνάνε παραμύθες και αμπελοφιλοσοφίες, εις βάρος ανθρώπων που απέκτησαν ένα οικονομικό περίσσεμα, αναζητώντας ετούτη την κατάπτυστη "ικανοποιητική αμοιβή", χρησιμοποιώντας την εργασία "ως μέσο και όχι ως σκοπό". Υπήρξαν, φυσικά, και ξεχωριστοί άνθρωποι, από εκείνους που εννοεί ο Νίτσε. Ωστόσο, μικρή σχέση υποθέτω είχαν με αυτό το τσούρμο των "καλλιτεχνών, λογής θεωρητικών και αργόσχολων που περνούν τη ζωή τους με το κυνήγι, τα ταξίδια, τις ερωτοδουλειές και τις περιπέτειες", το οποίο ελάχιστα πεινασμένο ή εξαθλιωμένο ακούγεται. Το ιδανικό που περιγράφει ο Νίτσε είναι ένα ξεκάθαρα αστικό ιδανικό, μιας ίσως ξεχωριστής κατηγορίας αστών, ωστόσο αστών. Κανένας εξαθλιωμένος εκπρόσωπος του φτωχο-μαχαλά δεν είχε ποτέ το περιθώριο να κυνηγήσει την "ουσία" στην εργασία του ή να απολαύσει την ανία του, πράγμα που επιτυγχάνεται κατά κανόνα με γεμάτο ή έστω μισογεμάτο στομάχι. Αυτά συμβαίνουν όταν η φιλοσοφία απομακρύνεται σε ύψη δυσθεώρητα, χάνοντας την επαφή με την πραγματικότητα κι εκεί στα αιθέρια νεφελώματα των ονειροπολήσεων, ξεχνάει τους αγώνες που δίνονται καθημερινά στη λάσπη...
Αναπόφευκτα, στο μυαλό μου αναδύεται ξανά η περιγραφή ενός αγαπημένου, φανταστικού ήρωα, όχι ιδιαίτερα φιλοσοφικού, αρκούντως όμως φιλοσοφημένου: του Σέρλοκ Χολμς. Κι αυτός, λοιπόν, περνάει μεγάλα διαστήματα ανίας και απραξίας, περιμένοντας εκείνη την αφορμή, εκείνες τις ξεχωριστές περιστάσεις που θα τον οδηγήσουν σε μια έξαρση ενεργητικότητας και δράσης. Τις σύντομες αυτές περιόδους, μοιάζει πραγματικά ακατάβλητος και ανεξάντλητος. Ωστόσο, κάθε φορά που η τάξη αποκαθίσταται, η απραξία επανέρχεται δριμεία, γεγονός που τον οδηγεί συχνά στην παρηγοριά της κοκαΐνης, όπως με πίκρα παραδέχεται στο ημερολόγιό του, ο αγαπημένος του σύντροφος δόκτορας Γουάτσον.
Σε μια δεύτερη ανάλυση πάντως, παραδέχομαι πως η αρχική αναλογία που υπέθεσα, με τους ανθρώπους που περιγράφει ο Νίτσε, ίσως να μην είναι τελικά τόσο πλήρης. Αν υποθέσουμε πως όλα αυτά τα "εφευρετικά πνεύματα και οι στοχαστές" που αναφέρει ο Νιτσε, βιώνουν την ανία σαν μια περίοδο όπου συντελούνται - περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά - εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες κάποτε οδηγούν στη δραστηριοποίηση εκ των έσω, τότε αντιδιαμετρικά συναντούμε τον φανταστικό ήρωα του Ντόιλ, ο οποίος περιμένει μια κάποιαν εξωτερική αφορμή, ένα κίνητρο έξωθεν. Στην πρώτη περίπτωση η φάση της ανίας είναι ουσιαστικά μια κατεξοχήν ενεργητική αναμονή, μια υπομονετική εγρήγορση. Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται κατά κύριο λόγο για παθητικότητα και εξάρτηση, όχι χωρίς μια δόση παθογένειας ίσως, παρόμοιας με εκείνην που επίσης μαστίζει τη δυτική μας κοινωνία, τα τελευταία ας πούμε 100-150 χρόνια. Δεν γνωρίζω αν είναι σύμπτωση ή όχι, θεωρώ όμως πολύ πιθανό ο Ντόιλ να είχε υπόψιν του τη θέση αυτή, καθώς η "Χαρούμενη Επιστήμη" εκδόθηκε το 1882 και 1887, η δε πρώτη εμφάνιση του Χολμς (A Study in Scarlet) έγινε το 1887.
Ολοφάνερα, ο Νίτσε δίνει τα εύσημα σε αυτούς τους δημιουργικούς στοχαστές ή αργόσχολους, ωστόσο πέρα από κάθε φιλοσοφική προσέγγιση της εργασίας, θεωρώ ότι υπάρχει και μία αναμφισβήτητα ρεαλιστική αντιμετώπιση. Η δουλειά μέσα σ' ένα οποιοδήποτε κοινωνικό πλαίσιο έχει σαν πρωταρχικό της στόχο την εξασφάλιση των προς το ζην. Αν στη συνέχεια, ο όρος εργασία, ντύνεται με σεβαστή ποσότητα ματαιοδοξίας και άλλων χαρακτηριστικών, αυτό δεν έχει να κάνει με την βασική της ουσία, αλλά με διάφορες άλλες, άσχετες στην κουβέντα μας, κοινωνικές παραμέτρους. Έχοντας, λοιπόν, σα βάση πως η εργασία κατά κύριο λόγο εξασφαλίζει την επιβίωση, θεωρώ ότι η έλλειψη επιλεκτικότητας δεν είναι και τόσο επονείδιστη νοοτροπία τελικά. Οποιαδήποτε εργασία είναι σεβαστή, στο βαθμό που εξασφαλίζει τα απαραίτητα (μια προσθήκη θα ήταν αν σέβεται επίσης και την αξιοπρέπεια του ατόμου, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση). Αν επιπλέον σε κάποιον δοθεί και η "πολυτέλεια" της επιλογής, τότε ναι, πραγματικά θα ήταν το ιδανικό, να συνδυάζεται δηλαδή η εργασία και με επιπλέον ψυχική αμοιβή. Αλλά υποστηρίζω ότι η κατεξοχήν ψυχική αμοιβή οποιασδήποτε εργασίας θα έπρεπε να είναι (όχι δίχως κάποιες ανθρωπιστικές προϋποθέσεις) απλά και μόνον το γεγονός της εξασφάλισης των απαραίτητων εφοδίων διαβίωσης. Τα υπόλοιπα είναι αστικές μπούρδες και σε αυτό θα προχωρήσω αμέσως.
Ο Νίτσε με την οξεία του διανόηση καταφέρνει ίσως να ξεγελάσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό, αν φυσικά τα κείμενα του βρίθουν ουσίας και δεν είναι απλά φιλοσοφικά παιχνίδια και σκαριφήματα. Κατηγορεί τη μάζα, "όλων σχεδόν των ανθρώπων σήμερα στις πολιτισμένες χώρες", αλλά μήπως τελικά η όλη κουβέντα γίνεται για την αστική τάξη και μόνον; Θα προσπαθήσω να δείξω ότι η σκέψη του Νίτσε είναι εξίσου αστική με τη στάση που κατακρίνει, είναι σα να λέμε η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Χρησιμοποιώντας εκφράσεις του τύπου "ικανοποιητική αμοιβή" ή "δουλειά για να έχεις ένα μισθό", οι οποίες είναι εκφράσεις όχι ουδέτερες αλλά με έντεχνα καλυμμένη φόρτιση, καταφέρνει να αποθαρρύνει ερωτήματα διαφόρων ειδών. Παράδειγμα: τι σημαίνει ικανοποιητική αμοιβή για τον καθένα; τι σημαίνει "δουλειά για να έχεις ένα μισθό"; σημαίνει "για να έχει ένα μισθό να ζήσεις" ή "για να έχεις ένα μισθό να ζήσεις άνετα"; Κανένα ενδιαφέρον τελικά για τα κίνητρα που οδηγούν τους πολλούς στο να διαλέξουν μια εργασία απλά για το μισθό, όταν μεροληπτικά δίνεται τόσο βάρος στα γιατί και πώς της εκλεκτής κι εκλεκτικής μειοψηφίας. Μεγάλο τελικά το έλλειμα του νοήματος, σαν βάζει κανείς τελεία νωρίτερα απ' ότι θα έπρεπε.
Οι άνθρωποι του Νίτσε, αυτοί οι "εφευρετικοί αργόσχολοι", τους ξέρουμε καλά. Κρυφο-αστοί που ζούσαν με τις πλάτες των γονέων τους (οι οποίοι φύσικα ζούσαν κι εργάζονταν με τη φιλοσοφία του συστήματος), με τις πλάτες φίλων, ευεργετών, με κληρονομιές, εμβάσματα, παρακαταθήκες κι όλα τα ωραία σχετικά. Άνθρωποι που από οικονομικής απόψεως έζησαν, εντελώς ή εν μέρει, "παρασιτικά" κι έτσι είχαν όλη την άνεση να υπόκεινται στην "πολυτέλεια" της ανίας. Κι αντίρρηση καμμία, στο βαθμό που δεν μας τσαμπουνάνε παραμύθες και αμπελοφιλοσοφίες, εις βάρος ανθρώπων που απέκτησαν ένα οικονομικό περίσσεμα, αναζητώντας ετούτη την κατάπτυστη "ικανοποιητική αμοιβή", χρησιμοποιώντας την εργασία "ως μέσο και όχι ως σκοπό". Υπήρξαν, φυσικά, και ξεχωριστοί άνθρωποι, από εκείνους που εννοεί ο Νίτσε. Ωστόσο, μικρή σχέση υποθέτω είχαν με αυτό το τσούρμο των "καλλιτεχνών, λογής θεωρητικών και αργόσχολων που περνούν τη ζωή τους με το κυνήγι, τα ταξίδια, τις ερωτοδουλειές και τις περιπέτειες", το οποίο ελάχιστα πεινασμένο ή εξαθλιωμένο ακούγεται. Το ιδανικό που περιγράφει ο Νίτσε είναι ένα ξεκάθαρα αστικό ιδανικό, μιας ίσως ξεχωριστής κατηγορίας αστών, ωστόσο αστών. Κανένας εξαθλιωμένος εκπρόσωπος του φτωχο-μαχαλά δεν είχε ποτέ το περιθώριο να κυνηγήσει την "ουσία" στην εργασία του ή να απολαύσει την ανία του, πράγμα που επιτυγχάνεται κατά κανόνα με γεμάτο ή έστω μισογεμάτο στομάχι. Αυτά συμβαίνουν όταν η φιλοσοφία απομακρύνεται σε ύψη δυσθεώρητα, χάνοντας την επαφή με την πραγματικότητα κι εκεί στα αιθέρια νεφελώματα των ονειροπολήσεων, ξεχνάει τους αγώνες που δίνονται καθημερινά στη λάσπη...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)