Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοξολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοξολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Σεπ 2007

Ωκύπους Αχιλλεύς ή ωκύψωλος Αιθίοπας;

Όντας μαθητής ακόμη, σαν πρωτάκουσα το παράδοξο του Ζήνωνα, προσπάθησα ματαίως να αντιληφθώ που στην οργή βρισκόταν το παράδοξο. Κι αν τελικά υπήρχε κάπου κάποιο παράδοξο, τότε θεωρώ ότι λανθασμένα οι περισσότεροι το τοποθετούσαν στην αδυναμία του Αχιλλέα να προλάβει τη χελώνα, ενώ περισσότερο ενέκειτο στο γεγονός ότι ο Αχιλλέας, στην πραγματικότητα, μέσα σε ελάχιστα βήματα θα είχε βάλει τη χελώνα (αλλά και το Ζήνωνα) στη σωστή της θέση. Φυσικά, για να υπάρξει παράδοξο (όπως το παράλογο του Καμύ) πρέπει να υπάρχει μια ακούραστη συνείδηση που αγωνίζεται με λογικούς συλλογισμούς να το προσεγγίσει κι από την άλλη μια παραδοξότητα που αντιστέκεται πεισματικά σε κάθε λογική προσέγγιση. Μέχρι εδώ καλώς, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει μια αντιστροφή των εννοιών που ίσως, εξαιτίας της, να τρίζουν λίγο τα κόκκαλα του Χέγκελ. Γιατί αν το πραγματικό είναι ορθολογικό και το ορθολογικό πραγματικό, τότε δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν με το παράδοξο του Ζήνωνα: είτε το ορθολογικό είναι πραγματικό και άρα επικυρώνεται η ανυπαρξία κινήσεως και ακυρώνεται η εμπειρία της, είτε το πραγματικό είναι ορθολογικό και συνεπώς η εμπειρία της κίνησης είναι πραγματική, ακυρώνεται όμως η συλλογιστική του Ζήνωνα ως μη ορθολογική. Η ισοδυναμία του Χέγκελ κατακρημνίζεται, διαιρεμένη ξεδιάντροπα, σε δύο ασύμβατες συνεπαγωγές.

Να μην περάσουμε τώρα σε δαιδαλώδεις φιλοσοφικούς μαιάνδρους, όπου χαϊδεύοντας τις αραχνιασμένες μας γενειάδες αναρωτιόμαστε αν η εμπειρία της κίνησης είναι όντως πραγματική ή είναι μια αυταπάτη που δημιουργούν οι αισθήσεις ή αν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα άρα και αντικειμενική κίνηση ή μπλα μπλα μπλα κλπ. Τι νόημα έχει μια φιλοσοφία των πραγμάτων αν δεν ξεκινάει από μια αντίληψη της αισθητής πραγματικότητας αλλά από μια υπέρβασή της; Αυτό έχει να κάνει με τον απώτερο στόχο που αποδίδει κανείς στη φιλοσοφία. Προσωπικά, ξεκινάω απ' την παρακάτω απλή - ή απλοϊκή - βάση ότι το νόημα της φιλοσοφίας έχει να κάνει με τον κόσμο τούτο και τα αισθητηριακά ερεθίσματα που αποδέχομαι δίκην αξιωμάτων. Αισθητηριακά δεδομένα από τα οποία αγωνίζομαι να συνάγω θεωρήματα και πορίσματα ζωής, δηλαδή μια κατά το δυνατόν λογικά ταιριασμένη και συνεπή νοηματοδότηση, η οποία θα συντηρεί τη δράση αλλά και την ανατροφοδότησή της με νέα δεδομένα.

Στα δικά μας τώρα, το παράδοξο του Ζήνωνα έγκειται, να το πούμε ξεκάθαρα πια, στο ότι θεωρεί τον ορθολογισμό του πραγματικότερο της πραγματικότητας! Αν με τα πιο ευφυή και λεπτοδουλεμένα επιχειρήματα αποφανθώ για την ανυπαρξία της κίνησης τότε η πραγματικότητα ακυρώνεται! Το εργαλείο θριαμβεύει πάνω στο αντικείμενό του, όχι γιατί έχει προσαρμοστεί κατάλληλα ώστε να εφαρμόσει σε αυτό, αλλά εξαφανίζοντάς το! Αν το κατσαβίδι μου δεν ταιριάζει σε κάποιου τύπου βίδα, τότε κανείς δεν αναρωτιέται μήπως κρατώ το λάθος κατσαβίδι, απλά η βίδα δεν υπάρχει! Όπερ έδει δείξαι! Έλεος αγαπητοί φιλόσοφοι! Συνέρθετε μια στάλα! Γιατί, αν αντικαθιστούσαμε τον ωκύποδα Αχιλλέα με τον ωκύψωλο Αιθίοπα κι αντιστοίχως την βραδυπόδεια χελώνα με τα πλαδαρά οπίσθια του Ζήνωνα (ανυπαρξία οποιασδήποτε κινήσεως συνεπάγεται προφανώς πλαδαρότητα), τότε ειλικρινά αναρωτιέμαι θα επέμενε ακόμη ακλόνητος, ο αγαπητός φιλόσοφος, στις λογικοφανείς παραδοξολογίες του; Καθώς ο τανυσμένος και παλλόμενος φαλλός αμείλικτα θα διήνυε, το ένα με το άλλο, τα άπειρα και απειροστά διαστήματα που θα τον χώριζαν απ' την τουρλωμένη κωλάρα του φιλοσόφου, και καθώς ο τελευταίος θα διαπίστωνε σε κάθε νέον και άτμητον χρονικόν διάστημα την ανηλεή - αλλά κατά τ' άλλα ακίνητον - ψωλή να "ακινητεί" ολοένα και εγγυτέρως στη χάσκουσα κωλοτρυπίδα του, κατά πόσον τότε θα διατηρούσε ο άμοιρος την φιλοσοφική αταραξία του και δεν θα αναθεωρούσε με ακράτητους λυγμούς κάθε παραδοξολογία, εκλιπαρώντας την ακύρωση του πειράματος τούτου;

Αν και το πικάντικο αυτό φαντασιολόγημα, ίσως να μην αποδεικνύει τίποτε (υποτιμώντας επίσης υπέρ το δέον, την ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου ατρόμητου και πεισματάρη, που δεν δίστασε στιγμή να πεθάνει προκειμένου να μην συγκατατεθεί με τη θέληση του τυράννου Νεάρχου), ωστόσο φανερώνει τα πάντα. Φανερώνει μιαν αλήθεια την οποία μπορούμε όλοι να την διανοηθούμε και να τη μοιραστούμε. Γιατί συμβαίνει τούτο, πέρα από ορθολογισμούς και αμπελοφιλοσοφίες, όταν η πραγματικότητα παύει να είναι μια απλή εικασία, ένα ευχάριστο και δημιουργικό γύμνασμα του νου, όταν δηλαδή παύει να είναι εικονική και ορθώνεται απτή και συγκεκριμένη, αισθητή και απειλητική ίσως, τότε οι μάσκες και τα φιλοσοφικά στολίδια γκρεμίζονται και πέφτουν, σαν δεν έχουν ουσιαστικό αντίκρυσμα και βάση. Τονίζω: δεν πρόκειται για ένα παράδοξο που μας προσφέρει μιαν αναθεωρημένη προοπτική, μιαν εναλλακτική ερμηνεία της κινήσεως. Απλά την ακυρώνει, την αρνείται. Κι όμως τελικά, ο Αχιλλέας, απλά κάποια στιγμή, φτάνει τη χελώνα, όπως φυσικά κι εγώ πρέπει κάποια στιγμή να φτάσω σε ένα... τέλος της πολυλογίας, αν δεν επιθυμώ να αυτο-ακυρωθώ!

Τι συμβαίνει, λοιπόν, αν ανάγουμε όλες τις προηγούμενες σκέψεις στο πεδίο της καθημερινής πάλης με τον εαυτό μας; Εκεί δίνεται μια, πραγματικά, λυσσαλέα μάχη για την πρόοδο και την εξέλιξη από τη μία, για το χάος ή το μαράζωμα από την άλλη. Πολλοί από εμάς, λιγότερο ή περισσότερο ο καθένας, έχουμε περιπέσει σε τούτο το αμάρτημα του Ζήνωνος. Ακροβατούμε και χοροπηδούμε απ' τον ένα συλλογισμό στον άλλο, χαμένοι μέσα σε χαοτικά φράκταλς σκέψεων και συναισθημάτων. Όπου αλλοπαρμένοι κι απελπισμένοι, ξεδιαλέγουμε από το χάος μιαν άκρη του νήματος, ένα εμπόδιο ελάχιστο ή μέγιστο και βάζουμε στόχο να το ξεπεράσουμε. Μα εκεί κάπου στα μισά, αναδύεται ένα άλλο εμπόδιο που δεν το είχαμε υπολογίσει νωρίτερα - μια ανάμνηση, ένα απωθημένο, μια πικρή γεύση αίματος από τα ίδια μας τα σπλάγχνα - και πρέπει τώρα να επιλύσουμε πρωτίστως αυτό, διαφορετικά πώς θα προχωρήσουμε στον απώτερο στόχο; Μα στα μισά ξανά του νέου εμποδίου, νάσου κι ένα τρίτο εμπόδιο ξεπροβάλλει πονηρά και αναπάντεχα. Κι έτσι συνεχίζουμε, κραδαίνοντας στα τυφλά ή στο μισοσκόταδο την οξεία μας απελπισία, διαιρώντας μ' αυτήν τη σκέψη μας ξανά και ξανά σε μια απειρία κωλυμάτων απειροστών και ελαχίστων, που μπορεί να έχουν νόημα μπορεί και όχι. Και καθώς η μιζέρια μας τόσο βαθαίνει, όσο περισσότερο τεμαχίζεται, αναδύεται ξάφνου σαν μέσα απ' το χάος, μέσα απ' τον ίλιγγο ενός μορφοκλασματικού προτύπου, λαμπερή και μακάβρια η αφετηρία. Μέσα απ' το κάθε ξέφτι του φράκταλ ξεπροβάλλει αποκαρδιωτικά το αρχικό πρόβλημα κι είμαστε τόσο ζαλισμένοι κι απελπισμένοι να αντισταθούμε! Βυθιζόμαστε ξανά και ξανά στο χάος, σε μια απειρία συλλογισμών που δεν οδηγούν πουθενά, αφού καταλήγουν πάντοτε πίσω στον εαυτό τους. Κι αναρωτιέμαι υπάρχει τελικά κίνηση μέσα στην καρδιά μας;

Όμως, έφτανε τελικά ένα βήμα του Αχιλλέα για να ακυρωθεί κάθε διανοητική ακροβασία και παράδοξο. Έφτανε μια ενέργεια του σώματος για να καταριφθεί μια απειρία ενεργειών του νου. Αισθάνομαι ότι εδώ, αυτό ακριβώς αποκαλύπτεται, με μια λαμπρότητα και μια απλότητα αποστομωτική: ο νους είναι επιρρεπής σε ατέρμονους κύκλους σκέψεων και συλλογισμούς που αν και λογικοφανείς, δεν οδηγούν τελικά πουθενά, παρά στην ακινησία, με άλλα λόγια στην παθητικότητα. Αυτή η τάση του αυτισμού της ψυχής που παλεύει με τα προβλήματα και τον εαυτό της, αποκλείοντας σε ουσιαστικό επίπεδο τα εξωτερικά ερεθίσματα, το φως και τη ζωή, λύνεται με τον πιο απλό τρόπο - αν και ίσως τον πιο δύσκολο - κάνοντας απλά ένα... βήμα! Όταν κάποιος παλεύει μήνες να ορίσει την αγάπη κι έτσι χαμένος, μέσα στην αποστείρωση του νου, αδυνατεί να προχωρήσει σε μια πράξη αγάπης, έστω ελάχιστης, ατελούς και ανεπαρκώς ορισμένης, τότε ουδέποτε αυτός ο άνθρωπος θα βρεθεί έστω και ένα βήμα εγγύτερα στην αγάπη. Αν κάτι δεν κινείται πραγματικά, αυτό είναι ο νούς από μόνος του. Ο νους που παλεύει ξέχωρα από το βίωμα, από την εμπειρία. Τότε όμως, όταν για κάθε σύλληψη του νου, όλη η ύπαρξη του ανθρώπου, ολόκληρη η υπόστασή του, αναλαμβάνει δράση και ακολουθεί, όταν ο κάθε δαιδαλώδης συνειρμός δοκιμάζει την εξουσία του και την εγκυρότητά του μέσα στη μέγκενη της δράσης, τότε ναι, αυτή η κίνηση είναι πραγματική - με όποια ακαδημαϊκή κολοκυθολογία μπορεί να ορίσει κανείς το πραγματικό.

Με την πράξη και μόνο με αυτήν, με τη δράση και την ενέργεια νου και σώματος συνταιριασμένων, μόνο τότε ακυρώνεται το παράδοξο. Το καθένα ξέχωρα και από μόνο του παραπαίει μέσα στη γελοιότητα ή τη μιζέρια. Εκεί στο ασαφές όριο της ύπαρξης, όπου ο νους γίνεται ενέργεια συγκεκριμένη και απτή, στο σημείο αυτό είναι που σπάζει ο κύκλος του Σεφέρη κι όπου ο Ζήνων, σε κατάφορη αντίθεση με τις διδασκαλίες του, ορμά και πετσοκόβει το αφτί το τυράννου, καθώς τα δόντια του έχουν διανύσει όλη την απόσταση που τα χώριζε από αυτό. Ίσως τελικά ετούτο δα να είναι το παραδοξότερο όλων: όχι η ακινησία αλλά πως τελικά μπορεί να υπάρξει τόση κίνηση, σαν το αποφασίσουμε...