15 Μαρ 2019

Πάνω σ' έναν Επίλογο του Ελλύλ

Κάποτε έπεσα και σ' ετούτο το άρθρο στο Αντίφωνο, απόσπασμα από το βιβλίο «Το Τεχνικό Σύστημα» [1977], κάποιου Ζακ Ελλύλ. Ο άνθρωπος δε λέει αρλούμπες, ίσα-ίσα. Ωστόσο, από το 1977 μέχρι σήμερα, πολλές από τις καίριες επισημάνσεις του έχουν επαναληφθεί τόσες φορές - αμέτρητες - και από μύρια στόματα, ώστε σήμερα, σωτήριο έτος 2019, τούτα διαβάζονται περισσότερο με τη νοσταλγία γρατζουνισμένου δίσκου, παρά με τη φρεσκάδα της έκπληξης. Ως προς την ουσία, λοιπόν, του κειμένου δεν έχω να αντιπαραθέσω τίποτα κι ήταν ένα ευχάριστο (με την εποικοδομητική έννοια) ανάγνωσμα. Σχολιάζω μόνο δυο-τρία σημεία, περιθωριακής σημασίας, τα οποία στραβοκατάπια, για διάφορους λόγους που εξηγώ.

* * * * *

Λέει, λοιπον, κάπου ο Ελλύλ :

« Το τεχνικό περιβάλλον θεωρείται δεδομένο. Η χρήση των ταχείων μέσων μεταφοράς ή των φαρμάκων είναι δεδομένη, κανείς δεν την αμφισβητεί. Γιατί να μην τα χρησιμοποιούμε; Έτσι, πολύ γρήγορα ο σημερινός άνθρωπος μαθαίνει να σκέφτεται σύμφωνα με το τεχνικό περιβάλλον. Τον ενδιαφέρει η άνεση και η αποτελεσματικότητα. Δεν διανοείται να αρνηθεί ή να αμφισβητήσει το τεχνικό περιβάλλον, όπως ο άνθρωπος του 12ου αιώνα δεν διανοούνταν να αμφισβητήσει τα δέντρα, τη βροχή, τον καταρράκτη. »

Εδώ η σύγκριση είναι παντελώς άτοπη και λανθασμένη. Ο συγγραφέας αντιδιαστέλλει δύο παντελώς παράταιρα αντικείμενα : το τεχνικό περιβάλλον του 20ου αιώνα, από τη μία, με το... φυσικό περιβάλλον του 12ου αιώνα, αντί ορθότερα με το τεχνικό περιβάλλον του 12ου αιώνα. Λες και δεν υπήρχε τεχνικός πολιτισμός το 12ο αιώνα. Ο Ελλύλ συγχέει την σύγχρονη τεχνολογική υπερβολή, η οποία είναι ποσοτικής φύσης, και μας την πλασάρει άτσαλα για ποιοτικής. Είναι αλήθεια ότι η υπέρβαση κάποτε των ποσοτικών ορίων οδηγεί πιθανότατα και σε ποιοτική μετάλλαξη, όπως για παράδειγμα, το γεγονός ότι τρία μυρμήγκια δε συνιστούν μυρμηγκοφωλιά, αλλά μυριάδες μυρμήγκια συνιστούν μια διαφορετική υπαρκτική ποιότητα - ή το γεγονός πως ο πολύς πλούτος συχνά αλλοιώνει την εμπειρική ποιότητα ενός ανθρώπου, παρά αυξάνει πραγματικά την εμπειρική του ποσότητα. Τούτων λεχθέντων, ωστόσο, ο Ελλύλ από την πολλή του φόρα ξεχύνεται από θέση οφσάιντ, καθόσον δεν είναι άλλο ο άνθρωπος κι άλλο ο άνθρωπος τεχνίτης, μα τα δύο τούτα είναι ένα και το αυτό (κάτι που το παραδέχεται, έμμεσα, παρακάτω). Παρά το γεγονός, πως η τεχνολογική αποχαλίνωση των σχέσεων αποκτά ποιοτική χροιά, όταν καταλήγει σε αποξένωση, ωστόσο είναι εξίσου δίκαιο να παραδετούμε ότι κι ο αστός Ρωμαίος του 50 π.Χ. γεννιόταν σε καθαρότερα σπίτια, σε πλακόστρωτους δρόμους, σε μια κοινωνία πλήρη τεχνικών κατασκευών, «περιορισμένων» απλώς στα μέσα της εποχής (όπως θα λένε και για μας, σε χίλια χρόνια). Ωστόσο, δε διαφωνώ με την ουσία του κειμένου.

Γράφει, παρακάτω :

« Αυτός ο τρόπος ψυχικής εξάρτησης έχει ήδη δημιουργήσει έναν καινούριο ψυχολογικό τύπο. Έναν τύπο που φέρει σχεδόν από τη γέννησή του τη σφραγίδα της μεγατεχνολογίας σε όλες τις μορφές της. »

Γύρω απ' το σημείο τούτο (πρέπει κανείς, βεβαίως, να μελετήσει και τα συμφραζόμενα) υπάρχει ένα σαφές κενό. Παραγκωνίζεται, παντελώς, ο ρόλος της ανθρώπινης σχέσης και της επαφής, των οποίων η επιρροή είναι σαφώς μεγαλύτερης βαρύτητας και σαφήνειας, ειδικά σ' αυτά τα πρώτα ηλικιακά στάδια. Η ζημιά, που προτείνει ο Ελλύλ - η καλύτερα στο βαθμό που την προτείνει - συντελείται σταδιακά κι αργότερα. Η μητρική αγκαλιά, το στήθος, η φωνή, ασκούν ισχυρότατη πλαστική δύναμη, σε σχέση με την πιπίλα ή την κουδουνίστρα. Η τηλεόραση γίνεται επικίνδυνη, απ' την ημέρα που πιάνει να υποκαθιστά την ανθρώπινη συντροφικότητα, προκειμένου ν' αλαφρύνει τη γονεϊκή υπερφόρτωση - κάτι που ερμηνεύεται και ως : να παλουκωθεί κάπου το παιδί, λίγο να ηρεμήσουμε. Το πρόβλημα σ' αυτά τα πρώτα χρόνια, λοιπόν, δεν είναι ο τεχνικός πολιτισμός καθαυτός, καθώς το σύστημα δε συστήνεται μόνο του στο καινοφανές νήπιο, παρά το τελευταίο μυείται σ' αυτόν δια της μίμησης, από τους κηδεμόνες του. Η τάση αυτή, να ανθρωποποιούνται αφηρημένες έννοιες, σα να παίζαμε σε τραγωδία του Σαίξπηρ, επιφέρει φιλοσοφικές και άλλες ζημιές, αφαιρώντας την ευθύνη από τα πραγματικά υποκείμενα κι ανάγοντάς τη σε μια άπιαστη και τρομαχτική αφαίρεση : το τεχνικό σύστημα, το δίκαιο, η παράδοση, η λέσχη Μπίλντεμπεργκ και δεν ξερω-γω τι άλλο. Στην τελική, λοιπόν, είναι με το πρόσωπο του ανθρώπου, που τα πάντα συστήνονται στον άνθρωπο κι όχι με το πρόσωπο της μηχανής κι ετούτο θα εξακολουθήσει, ωσότου τοκετός και ανατροφή παραδωθούνε στα ρομπότ. Νομίζω, ωστόσο, πως δεν υπάρχει ακόμη άνθρωπος ικανός να προβλέψει ή να φανταστεί το χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεση, μιας παρόμοιας κοινωνίας - αν, δηλαδή, μια τέτοια διαχείρηση συνιστά κοινωνία.

* * * * *

Ακολουθεί μια σειρά σειρά εξαιρετικών στοχασμών, με τους οποίους δεν έχω να διαφωνήσω στο παραμικρό. Σημειώνω, επιπροσθέτως, ότι και μόνο ο χαρακτηρισμός ενός διαστήματος ή κλάσματος του χρόνου ως «ελεύθερου», είναι από μόνο του σημάδι σημειολογικού - αλλά και πρακτικού - εκφυλισμού. Στα αμέσως επόμενα, ωστόσο, και τα οποία αφορούν στην «υποχώρηση» του τεχνικού κυκεώνα στο αισθητικό παρασκήνιο, ώστε λανθάνοντας να περνάει που λέμε «στο ντούκου», οφείλουμε μια ελάχιστη επισήμανση, καθώς ο Ελλύλ ολοένα φορτσάρει προς τη δόξα, κάνοντας αχταρμά πολλές αμφισημίες. Πολλά πράγματα οφείλουν να συμβούν αναπόφευκτα, δίχως να υπάρχει πρόθεση, άλλη δηλαδή απ' την απλή λειτουργικότητα. Για παράδειγμα, ένα σπίτι γεμάτο μπερδεμένα, σκονισμένα ή φθαρμένα καλώδια, δημιουργεί ένα σωρό καθημερινά μικρο-προβλήματα, ώστε αναπόφευκτα κάποιος θ' αναζητήσει, κάποτε, λύση μέσα σε τοίχους και πατώματα. Καθαρά και πρακτικά, δηλαδή, πράματα κι όχι απαραιτήτως γιατί οι κινήσεις ετούτες υπηρετούν κάποιο απώτερο, τεχνολογικό όραμα. Τούτο, όμως, είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα π.χ. από την υστερόβουλη παρέμβαση του μάρκετιγκ, το οποίο θα προσπαθήσει να εκβιάσει τον καταναλωτή στις λύσεις αυτές, προκειμένουν να πουλήσει περισσότερο προϊόν. Ο τρόπος προβολής ενός κατά τ' άλλα λειτουργικότατου μηχανισμού, μέσα στα πλαίσια της τεχνικής ως τεχνικής πρακτικής και όχι ως τεχνικού συστήματος, είναι άλλο πράγμα τελείως απ' το καταναλωτικό δόλωμα της τεχνολογικής «αισθητικής», «ανάγκης» ή, τέλος πάντων, οποιασδήποτε εσωτερίκευσης.

Ούτε στα παρακάτω, όμως, έχει δίκιο ο Ελλύλ, καθώς ασκεί κριτική σε κάποια θέση της εποχής για την επιθυμία. Ούτε, βεβαίως, και άδικο. Αλλά επιμένει να προχωρά με υπερβολές, δυϊσμούς και υπερθετικούς, προκειμένου να καταστήσει τα πράγματα διαυγέστερα ή πειστικότερα. Αλλά το θέμα παραμένει, πως η ικανοποίηση οποιασδήποτε επιθυμίας, απαιτεί απ' τον ανθρώπινο νου και την εξεύρεση κατάλληλων μέσων. Τι να κάνουμε; Ο Ελλύλ είναι οριακά έτοιμος να αποδώσει ακόμα και στο κερκιδικό οστό του αυνάνα χρέη κι ευθύνες τεχνικού συστήματος, όταν δεν είναι παρά απλό μέσο εκτόνωσης. Αντί να διακρίνει κριτικά τις ποιότητες των μέσων, στα πλαίσια του τεχνικού συστήματος, τσουβαλιάζει τα πάντα σε απολυτότητες και ισοπεδωτικές γενικεύσεις. Δεν είναι σωστά πράματα αυτά, έλεγε η γιαγιά μου. Κι ίσως εκείνη η «έκφραση της Ύβρεως» πιο κάτω να κρύβει, κάποια τετριμμένη φιλοσοφική νησίδα την οποία αγνοώ - όμοια καθώς αγνοώ και το Ζαν Μπρεν - μα έτσι ακριβώς, στα πλαίσια της άγνοιάς μου, οφείλω να διαμαρτυρηθώ για 'κείνο, που μου φαίνεται ασύμμετρο.  Να πούμε «ύβρη» τον εκτροχιασμό του ανθρώπου στην αλαζονεία, δια μέσου της τεχνικής ευφυίας, να πούμε «ύβρη» την απατηλή του αυτο-θέωση και την επιβολή του εγώ του, στον κόσμο που τον πλαισιώνει, αυτό το καταλαβαίνω. Να πούμε, όμως, «ύβρη» τον καθαρό τούτο πυρήνα, ενός πλάσματος ξέχειλου περιέργειας και ικανότητας ή τον άσπιλο, σχεδόν παιδικό, ενθουσιασμό και την ικανοποίηση, που παίρνει από αυτές τις ιδιότητες, ε τούτο, μου φαίνεται λίγο τραβηγμένο, λίγο μικρόψυχο και φοβικό. 

« Ο άνθρωπος «ονειρευόταν» να πάει στη Σελήνη. Η Τεχνική τού το επέτρεψε. Ένας διαρκώς μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων θα νιώσουν την ανάγκη να ταξιδέψουν εκεί. Αυτού του είδους οι ανάγκες γεννιούνται από την Τεχνική και μόνο η Τεχνική μπορεί να τις ικανοποιήσει. »

Εδώ πάλι, συναντούμε μια σύγχυση, στην οποία φαντάζομαι ο Ελλύλ υποπέφτει εκ παραδρομής. Καθώς είναι, ολοφάνερα, ξέχωρα πράγματα η επιθυμία απ' την ανάγκη. «Ένας διαρκώς μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων θα νιώσουν την επιθυμία να ταξιδέψουν στη Σελήνη» είναι άλλο πράμα απ' το «θα νιώσουν την ανάγκη». Μπορούμε, παρόλα αυτά, να συμφωνήσουμε πως η Τεχνική (τουλάχιστον, υπό την αιγίδα του καπιταλιστικού συστήματος) έχει τούτο το αξεπέραστο ταλέντο να γεννοβολά πλαστές ανάγκες, καταργώντας τα όρια ανάμεσα στον ακατάπαυστο θυμικό κοχλασμό και τις πραγματικές ανάγκες του βίου.

Και κάποιες αράδες αργότερα διαβάζουμε, πολύ σωστά και όμορφα διατυπωμένο :

« Ιδού λοιπόν και η τελευταία πρόταση: ο άνθρωπος της κοινωνίας μας δεν έχει κανένα διανοητικό, ηθικό και πνευματικό σημείο αναφοράς για να κρίνει την Τεχνική και να της ασκήσει κριτική. »

Σε όλη τη συμπαγή ανάλυση, που ακολουθεί, στέκομαι παρόλα αυτά επιφυλακτικός, εξαιτίας μιας χρόνιας καχυποψίας μου : νομίζω - δίχως να έχω συντάξει διατριβή, όπου και το αποδεικνύω - ότι συχνά ταυτίζουμε τις τεχνολογικές εκδηλώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας, με τη μορφή την οποία προσλαμβάνουν στα πλαίσια του καπιταλισμού, κάτι που φυσικά δεν είναι καθόλου το ίδιο. Κι έτσι είναι άδικο να κρίνουμε την πρώτη, στη βάση του τελευταίου. Η (απαραίτητη) κριτική πρέπει να γίνεται, θαρρώ, με μεγαλύτερη ευθύνη και λιγότερη αποφαντική βιασύνη.

* * * * *

Νομίζω, τώρα, πως ο Ελλύλ τσάμπα χάλασε τον καρπό του, γράφοντας τη μια φλυαρία μετά την άλλη. Όλο το νόημα του κειμένου συμπυκνώνεται στο παρακάτω απόσπασμα του Μάμφορντ, το οποίο ο ίδιος ο Ελλύλ παραθέτει και το οποίο πέφτει διάνα στα πάντα του. Δε χρειάζεται να ειπωθεί τίποτε περισσότερο ή λιγότερο :

« Κάθε καινούρια τεχνική εφεύρεση μπορεί να αυξήσει το πεδίο της ανθρώπινης ελευθερίας μόνο εφόσον οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να τη δεχτούν, να την τροποποιήσουν ή να την απορρίψουν, να τη χρησιμοποιήσουν όποτε και όπως ταιριάζει στις δικές τους προθέσεις, και σε ποσότητες σύμφωνες με αυτές. »

Όλα ετούτα, μαζί με τα προηγούμενα, μου δημιουργούν ένα συναίσθυμα deja-vu, απ' το «Μονοδιάστατο Άνθρωπο» του Μαρκούζε. Δεν είναι κακό, ακόμα κι αν έχει βάση. Ακόμα κι αν ο Ελλύλ επαναδιατυπώνει πράματα ειπωμένα ήδη, το κάνει όλο και πιο εύστοχα, καθώς το κείμενό του ωριμάζει. Ασκεί μια εξαιρετική κριτική στο τεχνικό σύστημα και την αυταπάτη των δήθεν «επιλογών», αλλά θεωρώ, πως αδικεί μια στάλα τον «αντιφατικό» Κλοζέ. Για τον Κλοζέ δεν έχω ιδέα, έχω ωστόσο μια ιδέα για 'κείνο που θεωρώ ότι παρακάμπτεται στο πρόσωπό του. Το τεχνικό σύστημα δεν ανέβλυσε στην ανθρωπότητα δια της παρθενογένεσης. Αναπόφευκτα, η τεχνικά μετεστραμμένη κοινωνία κουβαλούσε μέσα της όλες τις παθογένειες και τις νοσηρότητες του παρελθόντος και των κοινωνιών, που την προετοίμασαν. Η αισιοδοξία του Κλοζέ μπορεί κάλλιστα να είναι μια βάσιμη αισιοδοξία, παρά μια φρούδα προσδοκία : οι άνθρωποι μπορεί όντως ν' απελευθερώνονται, σε κάποιο βαθμό, αλλά αναπόφευκτα με τη μόνη γλώσσα και τα εργαλεία, που διαθέτουν ή γνωρίζουν : την τεχνολογία.

Έτσι, για παράδειγμα, η σεξουαλική απελευθέρωση δεν οφείλεται στην τεχνική ευλογία του προφυλακτικού ή του αντισυλληπτικού - όπως, με περισσή προχειρότητα, αποφαίνεται ο συγγραφέας - αλλά σε πολύ σημαντικότερες παραμέτρους, όπως πρωτίστως η απενοχοποίηση της σεξουαλικής πράξης. Τα τεχνικά μέσα προβάλλονται ενίοτε άστοχα ως πρωτογενείς αιτίες, ώστε να βληθούν ευκολότερα σαν οι πλέον αδύναμοι κρίκοι, όταν η πραγματική μεταστροφή έχει γίνει σε άλλο επίπεδο της κοινωνίας, παρά στο τεχνικό - το τελευταίο, στις περιπτώσεις αυτές, απλά συνεπικουρεί. Έχει, ωστόσο, δίκιο ο Ελλύλ κι η συντροφιά του να τονίζει (το 'χει κάνει προηγούμενως) ότι το δεδικασμένο της εφεύρεσης δημιουργεί ξαφνικά ένα παρθένο τοπίο, το οποίο όλοι επιθυμούν να σοδομίσουν, απλά και μόνο γιατί υπάρχει κι όχι γιατί το 'χουν πραγματικά ανάγκη. Η επισημοποίηση, ας πούμε, του καθεστώτος των εκτρώσεων, προσφέρει όντως μια νέα επιλογή, αλλά συνάμα κι ένα πεδίο μαζικής ή ατομικής αποποίησης ευθυνών. Ποιος ισχυρίστηκε ποτέ ότι απελευθέρωση - τεχνική ή άλλης μορφής - δεν είναι φορτωμένη με βαθιά ευθύνη; Επικρίνω, ωστόσο, κι ο ίδιος το τεχνικό σύστημα : απορροφώντας τις συνέπειες των πράξεων, μέσα στο συνονθύλευμα της μαζικής διαχείρησης των ανθρώπων, τελικά αφαιρεί με σχήμα πρωθύστερο τη συνειδητοποίηση των πράξεων αυτών και άρα την ευθύνη, που αυτές συνεπάγονται.

Έτσι θα συμφωνήσω διαφωνώντας με το συγγραφέα, όταν γράφει :

« Η έκτρωση δεν είναι πράξη ελευθερίας, αλλά η δυνατότητα να σβήνουμε τις συνέπειες των πράξεων μας και, επομένως, να αυξάνουμε την ανευθυνότητα. »

καθώς εκφράζεται με απόλυτους όρους, διακυβεύοντας τελικά τα δίκια του. Η έκτρωση μπορεί να είναι και αυτό, που γράφει, αλλά όχι μόνον. Ακόμα κι αυτό : γράφοντας κανείς πως η έκτρωση είναι πράξη ελευθερίας (είτε το μεταφέρει ο Ελλύλ, είτε το διατρανώνει φεμινίστρια), δίνει στην έκτρωση μια θετική διάσταση που δεν της αρμόζει, την κάνει ν' ακούγεται καλύτερη απ' ό,τι πράγματι είναι, ό,τι κι αν είναι αυτό. Επαναδιατυπώνω, λοιπόν : η έκτρωση είναι συνέπεια ανθρώπινης ελευθερίας, μα όχι απαραίτητα πράξη ελευθερίας. Ως πράξη, οφείλει να είναι σύμφωνη με το υποκείμενο, που την ασκεί και το καθεστώς, υπό το οποίο διάγει. Η φράση, τελικά, από μόνη της στερείται νοήματος. Η έκτρωση μπορεί να είναι μονάχα ή πράξη ευθύνης ή όχι. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να της προσιδιάσουμε άλλους χαρακτηρισμούς παράταιρους : δεν είναι ούτε μπλε, ούτε πρόωρη, ούτε όμορφη και τελικά ούτε κι ελεύθερη.

* * * * *

Κλείνοντας, να επισημάνω ότι το αξιόλογο κι εύστοχο κείμενο του Ελλύλ, υποπέφτει στο ίδιο ακριβώς σφάλμα μ' ένα σωρό αντίστοιχα κείμενα : αποφεύγει να θέσει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων, μ' άλλα λόγια κινείται γύρω-γύρω από τη μαύρη τρούπα, αλλά στην τρούπα δε λέει να πέσει με τίποτα. Αλλά καμία φορά στην τρούπα κρύβεται κι ο θησαυρός. Τα κείμενα αυτής της κατηγορίας επιμένουν να αγνοούν την πολιτική διάσταση των πραγμάτων κι άρα τον πραγματικό καταμερισμό των ευθυνών. Στην καλύτερη, ο Ελλύλ κυμαίνεται ανάμεσα στο δίπολο του αφελούς ατόμου και του επηρμένου τεχνοκράτη. Πουθενά τα συμφέροντα και η διαφθορά, πουθενά η πολυεθνική Μαφία ή άλλη με λιγότερες γραβάτες, πουθενά τα κέντρα εξουσίας και οι ανθρωποφύλακες που τα στηρίζουν, πουθενά οι πολιτικές και πολιτειακές δομές, οι πολιτικοί αγώνες και οι εξεγέρσεις, πουθενά η δράση και η κίνηση ενός άλλου επιπέδου, παράλληλου, μα όχι υπερσκελισμένου απ' όσα κουβεντιάσαμε. Το διαρκώς πολιτικό ζητούμενο, το οποίο άλλοτε λανθάνει κι άλλοτε αναβλύζει πηγαίο, έχει αποστειρωθεί ή εξοβελιστεί παντελώς. Τα πάντα είναι παστρικά, νοητικά και φιλοσοφημένα. Τούτο δίνει μια επιθυμητή καθαρότητα στη σκέψη, αλλά όπως και κάθε καθαρότητα, απαιτεί την αποστασιοποίηση και την απομόνωση. Ας έχουμε, λοιπόν, στο νου μας και τούτο. Στο τέλος, ν' ανοίγουμε και πάλι τα πορτοπαράθυρα. Να επιστρέφουμε πίσω στον κόσμο, ώστε ν' αγωνιστούμε.

25 Νοε 2018

Ανθρωπική Αναρχία ...

Τι στο καλό είναι η «Ανθρωπική Αρχή»;; Είναι όντως «Ανθρωπική», είναι «Αρχή» ή τίποτα απ' τα δύο;; Είναι φιλοσόφημα, σοφιστεία ή μπαρούφα του κιαρατά;; Ποιο το νόημα κι ακόμα περισσότερο ποια η αναγκαιότητά της;; Eτούτη η ανάρτηση, δε μου ήταν ξεκάθαρο, από την αρχή, σε ποια κατηγορία να την εντάξω. Έχει ένα σωρό ποδάρια, όπως η σαραντοποδαρούσα, και το καθένα πατάει αλλού γι' αλλού : άλλο στην κοσμολογία, άλλο στη θρησκεία, άλλο στη φιλοσοφία κι άλλο στη γελοιότητα. Αποφάσισα να το εντάξω στις φιλοσοφικές μου σκέψεις, αφού - όπως θα δούμε - η Κοσμολογία είναι απλά η αφορμή της κι η Θρησκεία μια παράπλευρη απώλεια - ή κέρδος, κατά τα γούστα του καθενός. Όσο για την ειρωνία, ελπίζω πως αν κρατηθώ σε μιαν απόσταση απ' του «Κουφού την Πόρτα», ίσως επιτύχω το μετριασμό της. Τώρα, ούτε τίποτα καινούργιο θα πω, ούτε τίποτα πρωτότυπο. Θα προσπαθήσω, απλώς, να οργανώσω τη σκέψη μου ή, πάλι, τις πληροφορίες πάνω στη σκέψη μου. Έχω την εντυπώση πως εκεί έξω επικρατεί ένα πληροφοριακό χάος κι ένα μεγάλο μέρος της αρθρογραφίας είναι αποσπασματικό, συγκεχυμένο και, συνεκδοχικά, ασαφές κι ενίοτε αντιφάσκον. Συνεπώς, οποιοσδήποτε νομίζει ότι έχει επαρκή γνώση της έννοιας και του θέματος, ας πάει να κάνει τίποτα καλύτερο, όπως - ας πούμε - να με βάλει στα "Αγαπημένα του", μόνο και μόνο για να του δοθεί η χαρά να με διαγράψει αμέσως.

Νομίζω, ότι τα βασικότερα σημεία εξαντλούνται, ήδη, από τη Wikipedia. Κι, ωστόσο, συρραμένη από ετερόκλητους εθελοντές, τα άρθρα της είναι συνήθως ένα πολυποίκιλτο υφαντό, δίχως ιδιαίτερα ρέοντα ειρμό. Αυτό το χαρακτηριστικό αφήνει τα περισσότερα άρθρα της Wikipedia γεμάτα κενά και ασάφειες, πράγμα που δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, στο βαθμό που ενεργοποιεί την κριτική κι ερευνητική διάθεση στον ίδιο τον αναγνώστη, από το να του προσφέρει μασημένη τροφή. Όσον αφορά, λοιπόν, στην «Ανθρωπική Αρχή», (από εδώ και πέρα ΑΑ, για συντομία, καθώς ήδη βαρέθηκα) το βασικότερο νοήμα (αν, δηλαδή, βρίσκει κανείς σε τούτην κάποιο νόημα, ουσιαστικό) εξαντλείται, κιόλας, από την εισαγωγική φράση. Αντιγράφω από την αγγλική έκδοση, καθώς είναι ολοφάνερο πως στην ελληνική ή βαριούνται να μεταφράσουν ή βαριούνται να γράψουν ή, γενικά, βαριούνται:

«The anthropic principle is a philosophical consideration that observations of the universe must be compatible with the conscious and sapient life that observes it.»

ή σε δική μου, αβέβαιη, μετάφραση :

«Η ανθρωπική αρχή είναι μια φιλοσοφική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία οι παρατηρήσεις του σύμπαντος οφείλουν να είναι συμβατές με την ενσυνείδητη κι ευφυή ζωή, που το παρατηρεί.»

Ο αδούλευτος, στην αρχή, νους μπορεί να σταθεί μια στάλλα εντυπωσιασμένος : μα ναι, είναι αλήθεια, είναι τόσο προφανές! Πώς δεν το 'χε σκεφτεί κανείς, τόσο καιρό; Η δεύτερες σκέψεις, ωστόσο, καταφτάνουν σαν τις πρωινές απογοητεύσεις των one-night-stands. Μα τι; αυτό ήταν όλο; Όσο το ξαναδιαβάζουμε, τόσο πιο φανερό γίνεται πως ο πυρήνας της ΑΑ δε λέει απολύτως τίποτα, πέραν του απολύτως προφανούς. Δεν είναι τίποτε, περισσότερο παρά μια κοινή ταυτολογία. Η προσφώνηση σε προϊδεάζει για κάτι εντυπωσιακό, σαν τα παράσημα στο στήθος των αξιωματικών, τα οποία αστράφτουν περισσότερο απ' τον άνθρωπο καθαυτόν : είναι, λέει, μια «φιλοσοφική θεώρηση»! Τρίχες, όχι κατσαρές, μα τρίχες τριχωτές, για να τιμήσουμε το δαίμονα της αυτοαναφοράς! Είναι μια κοινή παπαριά, ανάξια των επιστημόνων, που την αναμασούν. Είναι το τρελό κατσούλι, που κυνηγάει την ουρά του. Ο όφις ο ουροβόρος. Αδύνατο να τον χρησιμοποιήσεις ως όπλο, καθότι τα δόντια του είναι απασχολημένα ήδη στο να μασούν τον εαυτό του. Μπορεί, ωστόσο, κάλλιστα ο καθείς, κατά τις ανάγκες του, να χορέψει χούλα-χουπ ή να τον φορέσει βραχιολάκι, για λόγους εντυπωσιασμού ή άλλους.

Είναι προφενέστερο του προφανούς ότι θα 'ταν (συμβατικά) αδύνατο να ζουν τα όντα, μέσα σ' ένα σύμπαν μη όντων! Να ξυπνήσει, δηλαδή, μια μέρα ο ρίζα 2 και ν' ανακαλύψει πως όλη τη ζωή του την πέρασε, μέσα στο σύνολο των φυσικών! Αναπόφευκτα το σύμπαν που παρατηρούμε δε μπορεί να είναι άλλο, παρά το σύμπαν που μας δημιούργησε, εκτός κι αν κάποιος μας κουβάλησε εδώ από κάποιο άλλο σύμπαν - κάτι που μένει, φυσικά, ν' αποδείξουμε. Τίποτα παραπάνω δε μπορεί να ειπωθεί, ωσότου σταθεί εφικτό να παρατηρήσουμε περισσότερα σύμπαντα ή περισσότερες περιοχές του σύμπαντος. Γιατί, λοιπόν, αυτός ο ντόρος κι η τόση σημασία, σε μια θεώρηση τόσο ευτελή, ώστε θ' αρκούσε μια συμπυκνωμένη παράγραφος, προκειμένου να την εξαντλήσουμε; Μήπως να αισθανθούμε κάποιοι; μήπως να πουλήσουμε κανά βιβλίο; μήπως σε κουβέντα να βρισκόμαστε, σαν τις παρέες που παίζουνε δολοφόνο και πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο, όπου ό,τι μπούρδα τσαμπουνάει ο καθένας φαντάζει σημαντική και γεμάτη υποονοούμενα;

Ακόμα-ακόμα, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διακρίνει οτιδήποτε φιλοσοφικό, σ' αυτή την τετριμμένη διαπίστωση. Θέλω να πω, τίποτα περισσότερο από ένα συνηθισμένο αναστεναγμό, του τύπου «η ζωή είναι σκληρή» ή «ώχου, μανούλα μου!», σα να λέμε φιλοσοφήματα των μνημόσυνων και του καφενέ. Και μήτε, είναι Αρχή, περισσότερο απ' ότι είναι κοινοτοπία. Αν προσεγγίσουμε την έννοια, εν είδη κάποιου αξιώματος, δεν έχει την παραμικρή σχέση με τ' αξιώματα που 'χουμε συνηθίσει απ' τον Ευκλείδη, του τύπου : «όλες οι ορθές γωνίες είναι μεταξύ τους ίσες» - προτάσεις, δηλαδή, που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία μιας, κάποιας διάψευσης ή επαλήθευσης (κάτι που θίγεται στη Wikipedia, επίσης). Είναι ένα αξίωμα της μορφής (αν συμπυκνώσουμε το νόημα) : το Σύμπαν είναι αυτό που είναι. Τελεία, παύλα κι ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε - τ' απολύτως τίποτα, δηλαδή.

Σκεπτόμενος όλα ετούτα, φτάνω παρόλα αυτά σε μια αμυδρή υποψία : μήπως δεν είναι όλες οι ταυτολογίες ισοδύναμα μηδενικές. Υπάρχουν ταυτολογίες και ταυτολογίες, ταυτολογίες άγονες και κυκλικές κι άλλες εύφορες σαν το ερμαφρόδιτο Χάος, που γέννησε «τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα όλα». Το να πει κανείς «Κόκκινο είναι το κόκκινο» ή «αυτό που είναι είναι», είναι δουλειά της τουαλέτας και της ακαδημαϊκής νεκροφιλίας. Το να πεις όμως «Ο Αντώνης (εγώ) είναι Αντώνης» είναι μια περισσότερο σύνθετη ταυτολογία, καθώς ο «Αντώνης» χαρακτηρίζεται από επαμφοτερισμό και πολυσημία : εννοούμε το τυπικό όνομα, το φευγαλέο κι ασαφές άτομο ή μήπως την «τάξη» (αν υπάρχει) των Αντώνηδων, με τις ιδιότητες που τυχόν περιλαμβάνει; Μπορεί εύκολα να παίξει κανείς με τούτη την πολυσημία και να δημιουργήσει καταστάσεις και ευτράπελα κι ίσως σ' αυτόν ακριβώς το χαρακτήρα να βασίζεται κι ένα μεγάλο μέρος από τις κωμικές, θεατρικές παρεξηγήσεις. Μια άλλη, ιδιαίτερη ταυτολογία, θεωρώ - έτσι πρόχειρα - προκύπτει απ' την αντιστροφή του Μαγκρίτειου σουρεαλισμού : «Αυτό είναι μια πίπα». Εν πρώτοις, φαντάζει χλιαρή ταυτολογία, η οποία ωστόσο αποκαλύπτεται αναφανδόν, άμα τη αλλαγή πλαισίου. Εκείνο που είναι όντως μια πίπα στο μικρόκοσμο του ζωγραφικού κάδρου, δεν είναι παρά προβολή κι απεικονιστική απίσχναση μιας «αληθινής» πίπας, όσον αφορά στον κόσμο τον πραγματικό. Η ταυτολογία καταρρέει, αναλόγως του πλαισίου ερμηνείας. Μάλλον, πρόκειται για ισοδύναμη μορφή ταυτολογίας, με την προηγούμενη και όχι κάτι νέο. Αλλά ως εδώ φτάνει η διάθεσή μου να επεξεργαστώ τα ταυτολογικά είδη.

* * *

Η αχίλλειος πτέρνα της ΑΑ - ή καλύτερα της συγκεκριμένης διατύπωσης που παραθέσαμε - νομίζω πως κρύβεται σ' εκείνο το λιλιπούτειο και πονηρούλι «must» (το οποίο απέδωσα ως «οφείλει»). Από τον τρόπο που θα μεταφράσει κανείς αυτό το «οφείλει» - όχι, απαραιτήτως, στα ελληνικά ή αλλού, μα στη γλώσσα της Λογικής - η φράση γίνεται μπαλαντέρ, κατά τον χαρτοπαίκτη και τις ανάγκες του, προκαλώντας όλην αυτή τη σύγχυση και την παρερμηνεία.

1) Το πρώτο είδος προσέγγισης, δεν αποδίδει σ' αυτό το «must» τίποτε περισσότερο από μια λογική αναγκαιότητα, δηλαδή μια κοινή συνεπαγωγή. Με άλλα λόγια : «θα ήταν παράλογο αν δεν». Όπως αναφέραμε και νωρίτερα, θα ήταν παράλογο αν παρατηρούσαμε ένα σύμπαν εχθρικό ή αντικείμενο προς τη ζωή, δεδομένου ότι υπάρχουμε ήδη. Το είδος αυτό είναι που οδηγεί στην αναπόφευκτη ανακύκλωση του προφανούς και καταντά ταυτολογικό, οδηγώντας προς την Ασθενή ΑΑ (στο εξής «ΑΑΑ») και τις αποχρώσεις της.

Μια αναδιατύπωση έχει ως εξής: φαίνεται, εν πρώτοις, παράδοξο κι απίθανο μια τέτοια σύμπτωση, δηλαδή, να υπάρχει ο άνθρωπος σε μια εποχή κι έναν τόπο, τόσο μα τόσο ευνοϊκά για την ύπαρξή του. Μα τούτο, φαίνεται ν' αποδομείται πολύ εύκολα. Αν δε βρισκόμασταν σ' αυτή τη χωρο-χρονική θέση, ή δε θα βρισκόμασταν καθόλου - και θα 'χαμε την ησυχία μας, κι εμείς και το σύμπαν - ή θα βρισκόμασταν σε κάποιαν άλλη, οπότε θα μας φάνταζε εκείνη, αναλόγως, εξωφρενική! Είναι εξίσου βλακώδες, σα να βρίσκαμε αβάσταχτα εντυπωσιακό το γεγονός, ότι το κέικ εφαρμόζει τόσο τέλεια στη φόρμα απ' την οποία μόλις το βγάλαμε! Μα τι χίλιες φάλαινες και τα γένια του Δία! Πράγματι διάολε, σατανικό!

2) Το δεύτερο είδος προσέγγισης, μπολιάζει τα νοήματα με μια υπαρκτική αναγκαιότητα : «το σύμπαν οφείλει να», «έχει σκοπό να». Ο Κόσμος, δηλαδή, έχει κάποιον απώτερο στόχο κι αυτός δεν είναι άλλος από τη δημιουργία του ... ανθρώπου (sic!). Ετούτη η προσέγγιση είναι που οδηγεί στην Ισχυρή μορφή ΑΑ (στο εξής «ΙΑΑ»), η οποία κατά τη γνώμη μου είναι εξίσου ανόητη (ή έστω άλογη) με το δόγμα οποιασδήποτε θρησκείας. Τώρα, σε μια δεύτερη ανάγνωση, αυτών που έχω γράψει, υποψιάζομαι ότι εδώ πιθανότατα σφάλλω και, μάλλον, έχω παρερμηνεύσει την ακολουθία των σκέψεων, άθελά μου, αντιστρέφοντάς τες. Στην πραγματικότητα, η ΙΑΑ έχει ως αφετηρία όχι απλά το γεγονός ότι ο άνθρωπος κατέχει μια ξεχωριστή χωροχρονική θέση μέσα στο σύμπαν (σημείο στο οποίο εστιάζει η ΑΑΑ), αλλά πως ακόμα κι αυτές οι δομικές σταθερές του σύμπαντος καθαυτού είναι τόσο ευνοϊκά ρυθμισμένες. Όπως το καταλαβαίνω η ΑΑΑ επιτρέπει την ύπαρξη μιας ποικιλίας ευνοϊκών θέσεων στο χώρο και στο χρόνο, μέσα στο ίδιο σύμπαν, αλλά δεν εξηγεί γιατί - στο βαθμό που γνωρίζουμε μονάχα ένα σύμπαν - το ίδιο το σύμπαν ευνοεί την δημιουργία τέτοιων ευνοϊκών - μίας ή ποικίλλων - θέσεων, για τη ζωή.

Ο «νονός» Brandon Carter βρίσκει δύο διεξόδους. Η μία εκ των δύο, θεωρεί ότι μπορεί να χρησιμοποιήσουμε την ήδη διαπιστωμένη ανθρώπινη ύπαρξη, ώστε να προχωρήσουμε σε επιστημονικές προβλέψεις. Θαρρώ, ότι αυτή ακριβώς οδηγεί στο θρησκευτικό εκτροχιασμό: εφόσον το σύμπαν (που γνωρίζουμε) είναι ένα κι εφόσον είναι τόσο απίθανο να συμφωνούν όλες οι δυνατές παράμετροι για την εμφάνιση της ζωής, μα η τελευταία υπάρχει, παρόλα αυτά, τότε δεν απέχει και πολύ απ' το να σκεφτεί κανείς ότι το σύμπαν φαίνεται σα να είχε σκοπό του την δημιουργία των ανθρώπων - ή έστω μιας άλφα συνείδησης. Εναλλακτικά : δίνεται η εντύπωση ότι το σύμπαν είναι κατασκευασμένο (από ποιον, άραγε;) έτσι, ώστε να καταλήξει κάποτε, αναπόφευκτα, στη δημιουργία της συνειδητής ζωής. Από την άλλη, η δεύτερη διέξοδος, είναι σα να λέμε μια ΑΑΑ ιδωμένη ένα επίπεδο πιο πάνω και μεταμφιεσμένη στο περιβόητο Πολυ-σύμπαν. Αντί να γυρεύουμε τις ευνοϊκότερες θέσεις - από τις άπειρες - στο χώρο και το χρόνο ενός, μοναδικού σύμπαντος, ας γυρέψουμε καλύτερα τα ευνοϊκότερα σύμπαντα - από τα άπειρα - μεσ' από την αρμαθιά του πολυσύμπαντος.

* * *

Μάλιστα. Πολύ όμορφα όλα ετούτα, αν έγραφε κανείς επιστημονική φαντασία, αλλά έχουν τόση επιστημονική εγκυρότητα, όση και η κοκκινοσκουφίτσα. Γιατί είναι άλλο πράγμα να κουβεντιάζουμε στην ακροθαλασσιά, μαγεμένοι από τ' αστέρια και το νυχτερινό φλοίσβο, λέγοντας ιστορίες μυστηρίου κι ό,τι κατεβεί του καθενός, κι άλλο πράγμα εντελώς να συνθέσουμε μια πρόταση ή μια εκτίμηση, με βάση σοβαρή και στέρεη, ώστε να χτίσουμε πάνω της περισσότερα από πύργους στην άμμο.

Τι κι αν εμπίπτουν όλα ετούτα στη σφαίρα της διαψευσιμότητας, όπως μας τσαμπουνάει η Wikipedia, ωσάν να ήταν ετούτο καμιά αρετή, από μόνο του. Οποιαδήποτε μπουρδολογία θα μπορούσε να εμπίπτει στη σφαίρα της λογικής διερεύνησης, δίχως την παραμικρή ουσιαστική αξία ή κέρδος. Αν ισχυριζόμουν, για παράδειγμα, το τετριμμένο χωρατό - πως δηλαδή, ο κόσμος προέρχεται από ένα γιγάντιο σπαγγέτι - θα 'δινε τούτο περισσότερη φιλόσοφική αξία στην αερολογία μου, μόνο και μόνο επειδή μπορεί - πιθανόν - να επαληθευτεί ή να διαψευσθεί; Το ζήτημα για τα περισσότερα ερωτήματα είναι, από τη μία, αν υπάρχει η δυνατότητα ν' απαντηθούν - σήμερα ή σ' εύλογο χρονικό διάστημα - κι από την άλλη, αν αξίζει τον κόπο ν' ασχοληθούμε μαζί τους. Δηλαδή, δεν έχουν περισσότερη αξία, από εκείνη που εμείς τους αποδίδουμε. Κι επειδή κάποιος τα σκέφτηκε και χαλάλι του, άντε να τους δώσουμε μια θέση στο ράφι της φιλοσοφικής κληρονομιάς, να μαζεύουνε σκόνη και κατσαριδάκια.

Οι δύο προσεγγίσεις, ενίοτε, ποιοτικά ταυτίζονται : η σύλληψη του Πολυσύμπαντος, δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι παρακλάδι της ΙΑΑ ή επέκταση της ΑΑΑ. Γοητευτικότατο παρόλα αυτά εφεύρημα, που δεν προσφέρει ωστόσο το παραμικρό πλεονέκτημα, στη λογική ψυχραιμία και δυνατότητα (της εποχής). Αντιγράφω από τη Wikipedia το παρακάτω ανόητο :

«Postulating a multiverse is certainly a radical step, but taking it could provide at least a partial answer to a question which had seemed to be out of the reach of normal science»

Για να καταλάβετε, δηλαδή, το μέγεθος του παραλογισμού, το νόημα συνοψίζεται στο εξής : οι πειθήνια μετρήσιμες φυσικές σταθερές του καλού μας σύμπαντος είναι απρόσιτες στη συνηθισμένη επιστήμη, αλλά το εξωτικό κι εξωφρενικό ... πολυ-σύμπαν όχι! Είναι, λέει, μια χαρά απάντηση! Έτσι ακριβώς. Ωραία. Ντάξ', επιστήμονας δεν είμαι, αλλά επειδή τα εκλαϊκευμένα τα θερίζω, το προηγούμενο δεν στηρίζεται στην παραμικρή ένδειξη. Εδώ ακόμα δεν έχουμε βγάλει άκρη με μιαν απλή, μαύρη τρύπα, το πολυ-σύμπαν μας μάρανε! Όσο για το τι συνιστά «απάντηση» σ' ένα ερώτημα, κι όχι απλή υπόθεση ή πρόταση, νομίζω οι συγγραφείς τα 'χουνε λίγο συγχυσμένα, στον μέγιστο και δαιδαλώδη τους εγκέφαλο.

Συμφωνώ ότι η βασική ιδέα της ΑΑ προέκυψε, από μιαν ερμηνευτική αναγκαιότητα. Έπρεπε, μ' άλλα λόγια, να βρεθεί μια ικανοποιητική απάντηση γιατί το σύμπαν, στο οποίο διάγουμε βίους, έχει όλες του τις παραμέτρους, φαινομενικά, ρυθμισμένες κατά τρόπο, τόσο σατανικά σύμφωνο με την ανάδυση της ευφυούς υπόστασης και της αφεντομουτσουνάρας μας. Από τούτη την απαίτηση αναδύθηκε η ΑΑ, άχρηστη όσο το σωσίβιο για 'κείνον που πνίγεται από κουκούτσι. Θ' αφήσουμε γι' αργότερα το σχολιασμό, τούτου του ανθρωποκεντρικού σοβινισμού, και στην ευχέρεια του αναγνώστη τη διερεύνηση των επιστημονικών λεπτομερειών, περί φυσικών σταθερών κι έτσι, που βρίσκει κανείς απλόχερα στο διαδίκτυο. Απογυμνωμένη από οποιαδήποτε σκοπιμότητα, ποια θα μπορούσε να είναι, λοιπόν, η ερμηνευτική δύναμη της ΑΑ; Στην πραγματικότητα - και είναι εξόφθαλμα προφανές - η ΑΑ ερμηνεύει όντως κάτι : ερμηνεύει, δικαίως, γιατί τελικά παρατηρούμε ό,τι τέλος πάντων παρατηρούμε, μα ούτε κατά διάνοια γιατί το παρατηρούμενο είναι τέτοιο που είναι, στη φύση του. Ορθότερα : δικαιώνει την παρατήρηση, μα αφήνει το παρατηρούμενο άθικτο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ξεχωρίζει, πράγματι, τον αυτο-αναφορικό κίνδυνο, ο οποίος ελλοχεύει στην ανθρώπινη αντίληψη. Αλλά αντί να τον αποκαθηλώσει του φορά και στέμμα. Σε καμία περίπτωση, δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ποιοτική ερμηνεία για το είδος και τις ιδιότητες του σύμπαντος. Θα ήταν περισσότερο κι από ανοησία : θα ήταν επιστημονική ήττα και παραίτηση - όπως σημειώνεται κι αλλού - να λουφάξουμε σε τέτοια ερμηνευτική νωθρότητα. Σε αντίθετη περίπτωση, η ΑΑ θα μπορούσε να μεταπλαστεί σ' ένα ανούσιο φιλοσοφικό πασπαρτού, ανάλογο με το οντολογικό επιχείρημα του Κανσέλμου, μόνο που αντί ν' αποδεικνύουμε οποιαδήποτε ύπαρξη μας καπνίσει (του θεού ή του μακαρονιού) μπορούμε να ερμηνεύσουμε οποιαδήποτε παρατήρηση κι οποιουδήποτε είδους. Γιατί έκατσε κι έσκαγε, ο καημένος ο Δαρβίνος με τους σπίνους του; Αν οι σπίνοι του Δαρβίνου διαφέρουν, είναι γιατί τους παρατηρούμε διαφορετικούς. Αν δε συνέβαινε τούτο, αν δηλαδή βλέπαμε τους σπίνους όμοιους, τότε κι οι σπίνοι ουδεμία διαφορά δε θα παρουσίαζαν. Αμ πως! Ούτε φυσική επιλογή, ούτε αηδίες, ούτε τίποτα. Όπερ έδει δείξαι και ζωώδης αποβλάκωση, σφιχταγκαλιασμένα σ' ενα χορευτικό σουβλάκι, που προκαλεί λογική ναυτία.

* * *

Λέγεται τώρα, πώς όλα τούτα ξεκίνησαν το '73 από 'να Συμπόσιο, προς τιμήν των 500 ετών από τη γέννηση του Κοπέρνικου, όπου ο Brandon Carter ξεφούρνισε, μεταξύ άλλων, και το παρακάτω :

«Αν και η θέση μας (ενν. της Ανθρωπότητας) δεν είναι απαραίτητα κεντρική, είναι αναπόφευκτα προνομιούχος, σε κάποιο βαθμό»

Αποκομμένη από τα συμφραζόμενα, οποιαδήποτε κριτική στο παραπάνω πιθανότατα να σταθεί άδικη. Κι ωστόσο η έννοια του προνομίου δεν είναι εξ' ορισμού μια έννοια αντικειμενική. Αποκτά δύναμη και ισχύ, μονάχα μέσα σ' ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Έτσι - ελλείψει ενός από μηχανής θεού - το μόνο πλαίσιο, εντός του οποίου η ανθρώπινη κατάσταση είναι προνομιούχος είναι  το ... ανθρώπινο πλαίσιο. Βεβαίως, υπάρχουν αρκετοί - μεταξύ των οποίων κι εγώ - οι οποίοι θα τολμήσουν ν' αμφισβητήσουν ακόμα και τούτο : πως δηλαδή η ανθρώπινη αυτοσυνειδησία κι η δήθεν ευφυία συνιστούν κάποιας μορφής προνόμιο ή πρωτέρημα ή το σούπερ, κόκκινο ατού, και όχι μία ακόμα ιδιότητα, από τις άπειρες των όντων, άχρωμη και άοσμη σε σχέση με το σύμπαν, ουδέτερη από σκοποθεσίες και πληρώματα. Υπάρχουν, ακόμη, και βάσιμα επιχειρήματα ότι πρόκειται περισσότερο περί κατάρας, παρά για ευλογία. Τέλος πάντων, μόνον αν θέσουμε τον πήχη κατά μια κατεύθυνση, αυθαίρετα συγκεκριμένη, μπορούμε να μετρήσουμε οτιδήποτε παράλληλο σ' αυτόν κι όχι καταπώς μας κατέβει. Αν για παράδειγμα θέσουμε τον πήχη με φορά τη σωματική ρώμη ή ακόμα κι αυτή την προσαρμογή στο περιβάλλον, λίγο δύσκολο να θεωρηθεί ο άνθρωπος προνομιούχος. Ο μόνος τρόπος να «εκθειάσουμε» οποιαδήποτε ανθρώπινη ιδιότητα - κι αυτή την ίδια την ύπαρξη - είναι μόνο διαμέσου της αγαπημένης - κατά Κάρτερ - ταυτολογίας : το τάδε ή το δείνα χαρακτηριστικό είναι ξεχωριστά στον άνθρωπο, γιατί μόνο στον άνθρωπο τα συναντούμε. Η δυνατότητα λογικής ερμηνείας του σύμπαντος είναι προνόμιο, υπό την έννοια ότι μόνο ο άνθρωπος τη διαθέτει, αλλά αν συνιστά προνόμιο per se, μονάχα μια οντότητα εκτός σύμπαντος θα μπορούσε πιθανότατα να διακρίνει - ή το σύμπαν καθαυτό, αν είχε το στόμα να μιλήσει.

Αλλά καθώς η ΑΑ έχει αποκαθαρθεί, διαδοχικά, τόσο απ' τη φιλοσοφική, όσο και από την επιστημονική της πατίνα, ώρα να την αποκαθάρουμε κι από την ανθρωπική. Καθότι δεν υπάρχει η παραμικρή ανθρωπική αναγκαιότητα, προκειμένου να εκφραστεί το αυτό νόημα με πληρότητα. Τούτη την αστοχία την παραδέχεται κι ο ίδιος ο Κάρτερ. Οποιαδήποτε αντικατάσταστη λειτουργεί με την ίδια ισχύ : ούτε τα οχτώ μπιρμπιλωτά ματάκια μιας Phidippus Otiosus, ούτε τ' αγαπημένα Adansonia Digitata του Μικρού Πρίγκηπα, θα ήταν αυτά που ήταν, αν οποιαδήποτε από τις φυσικές σταθερές μεταβαλόταν κατά μια τάξη του 10 στη μείον οτιδήποτε. Η ύπαρξη του ανθρώπου, αποκομμένη από τον ανθρώπινο ναρκισσισμό, δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον κώλο της πυγολαμπίδας ή τίποτε λιγότερο από το Νέφος του Oort, στα πέρατα του ηλιακού συστήματος. Άρα; τι ήθελε το σύμπαν, τελικά, να φτιάξει; τον άνθρωπο ή την κατσαρίδα; Δεν πρέπει να ξεχνούμε στιγμή το γεγονός πως συνυπάρχουμε, παρέα, μ' ένα σωρό θαυμάσιους συντρόφους και δεν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια, ότι βαστάει κάποιος το προβάδισμα.

Θα μου πείτε δεν είναι τούτη η «αδιαφορία», η πολιτική των ίσων αποστάσεων, εξίσου μεταφυσική με το θεϊσμό ή την αθεΐα; Σε καμία περίπτωση, καθώς δε συνιστά πίστη, μα ευνόητο συμπέρασμα του νου, που προχωρά σταθερότερα με έμμετρο βηματισμό, παρά με άμετρα άλματα, παραπατώντας. Γρηγορούντες και διαρκώς συγκρινόμενοι με το περιβάλλον μας - όχι με σκοπό την κριτική ή καμιά βράβευση, για το ποιος την έχει μεγαλύτερη - μόνο τότε βιώνουμε την ύπαρξή μας, γνήσια, ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή, ένας κυκεώνας, αναριθμητων και ζωντανών σχέσεων. Η αίσθηση του μέτρου και της αναλογίας, αυτό και κυρίως αυτό, καθιστά τον άνθρωπο σοφό, αντί για παράσιτο και νεκρόφιλο κι αποκαλύπτει στην αντίληψη τη χάρη (και τη χαρά) της ταπεινότητας, στη θέση της φιληδονίας και της υπερβολής.

* * *

Για όποιον έχει όρεξη να διαβάσει κάποιον περισσότερο πολυλογά κι από μένα, εδώ ένας ενδιαφέρον σύνδεσμος. Εγώ δεν τον έχω διαβάσει ακόμα, γιατί βαρέθηκα. :-) Α, και κάτι απ' το αγαπημένο και γραφικό Αντίφωνο, έτσι για το γαμώτο. Καλή συνέχεια, σε όλες και όλους!

28 Αυγ 2018

Αυτό το ergo το έχω ξαναδεί ... [ Μέρος Δεύτερο ]

Λέγαμε, λοιπόν, πως η φράση «σκέφτομαι άρα υπάρχω» είναι ένας απεγνωσμένος κι ανασφαλής πλεονασμός. Στην καθαρή συνείδηση θα 'πρεπε ν' αρκεί τούτο το δωρικό κι ανόθευτο «υπάρχω», δίχως αιτιολόγηση ή φλυαρία. Δίχως διαμεσολάβηση από το βίωμα ως το συμπέρασμα. Οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς επίρρωση του άμεσου αισθήματος της ύπαρξης, άλλο δεν κάνει απ' το να θολώνει τα νερά και να μολύνει το νου με σύγχυση και αντιφάσεις. Θα τολμούσα να υποστηρίξω πως ακόμα κι αυτή η ίδια η λέξη - «υπάρχω» - είναι, πέρα ως πέρα, περιττή, για το νου που ενδοσκοπεί. Ας τη δεχτούμε, ωστόσο, για χάρη αυτού που παλεύουμε εδώ ∙ πώς να γίνει Φιλοσοφία δίχως λέξεις; Ας γίνει ανεκτή, ακόμα ακόμα, για χάρη μιας κάποιας επικοινωνίας. Άραγε με ποιον, αν κάθε συνείδηση εκτός απ' τη δική μου είναι απρόσιτη και καταδικασμένη στη χώρα των ψευδαισθήσεων; Μπορεί, τέλος πάντων, για χάρη της ενδο-επικοινωνίας. Ας μη μιλώ, ωστόσο, στον αέρα ...

Αν είναι να πιάσουμε το σκεπτικισμό επ' ώμου - όπως μας συμβουλεύει ο συνετός Ντεκάρτ - και να χτυπούμε όπου να 'ναι με πείσμα αμείωτο, παίζοντάς το μάλιστα και καμπόσοι, τότε οφείλουμε να τραβήξουμε το σκεπτικισμό ως τέρμα, ίσαμε εκεί που ο σκεπτικισμός δε θα 'χει πλέον νόημα. Οχι να τόνε παρατήσουμε στα μισά του δρόμου ή σε οποιοδήποτε κλάσμα της διαδρομής, μας φαίνεται περισσότερο συμφέρον. Ο Ντεκαρτ αραδιάζει φυσικά τα δικά του, μα ξεχνάει πως μέσα στην υπαρκτική του βεβαιότητα (που είναι κι απομόνωση) είναι γεμάτος ικανότητες, που δεν είναι διόλου προφυλαγμένες απ' τον σκεπτικισμό, τον οποίο επιφύλαξε μεροληπτικά μονάχα για τα εξωτερικά ερεθίσματα. Για παράδειγμα - το πιο απλό - εκφράζεται με λέξεις και σε μια συγκεκριμένη γλώσσα, άριστα δομημένες κι οργανωμένες σε πολύπλοκους κανόνες. Τη γλώσσα φυσικά ετούτη δεν την κατέκτησε αφ' ης στιγμής ξεκίνησε να μιλά, αλλά σταδιακά και σε βάθος πολλών ετών, διαρκώς διευρύνωντας και εκλεπτύνοντάς την. Με άλλα λόγια, απέκτησε ο φιλόσοφος την ικανότητα ετούτη στο βάθος κάποιου χρόνου και - όπως έχουμε ήδη σχολιάσει - με την πολύτιμη βοήθεια της μνήμης και της ανάκλησης των δεδομένων, που απαιτεί η κάθε του προσπάθεια κι επιθυμία.

Δεν υπάρχει, τώρα, ευκολότερο πράγμα απ' το ν' αμφισβητήσει κανείς την εγκυρότητα της μνήμης, ενός νου μονάχου κι απομονωμένου. Θα το καταφέρουμε, μάλιστα, με τα ίδια γελοία εργαλεία, εκείνα με τα οποία θίχτηκε η εγκυρότητα της κάθε φυσικής υπόστασης. Καθώς ο ίδιος ακριβώς δαίμονας, εκείνος που νωρίτερα μπορούσε να μας παραπλανά, κατασκευάζοντας κατά το δοκούν τα δεδομένα των αισθήσεων, αυτός ο ίδιος θα μπορούσε να κατασκευάζει επίσης και τα δεδομένα της μνήμης, σα να 'ταν εμπειρίες υπαρκτές και βιωμένες. Θα μπορούσε η συνείδηση να εμφανίστηκε στον κόσμο μόλις χθες, μα παρόλα αυτά να προικίστηκε τεχνηέντως με το μνημονικό και τις εμπειρίες μιας ολόκληρης ζωής, σα να 'ταν εδώ από πάντα.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα ήταν εξίσου πιθανό, την κάθε μέρα που περνάει οι αναμνήσεις αυτές να αναδιατάσσονται, να αναθεωρούνται, να αλλοιώνονται και πάει λέγοντας. Θα μπορούσε όλες εκείνες οι γνώσεις και οι συνειρμοί, που οδήγησαν το Ντεκάρτ στο φιλοσοφικό του καταστάλλαγμα, απλά να μην υπάρχουν ή να μην έγιναν ποτέ. Θα μπορούσε, πάλι, όλος αυτός ο σκεπτικισμός να είναι σκέψεις εμβόλιμες του δαίμονα, σε μια συνείδηση κατά τ' άλλα άδολη. Ψίθυροι ύπνου κι εντολές ασυνείδητες ή ακόμα και άμεση, ξεδιάντροπη παρέμβαση. Θα μπορούσε ο Ντεκάρτ να μην είναι καν ο Ντεκάρτ - όπως δηλαδή θεωρούσε τον εαυτό του ο ίδιος. Θα μπορούσε να είναι μια συνείδηση «εγκλωβισμένη» σ' ένα τυρβώδες, διαρκές παρόν, αναγεννώμενη από την αρχή ξανά και ξανά, την κάθε καινοφανή στιγμή μετά την άλλη, γυμνή από μνήμες, γυμνή απ' τα πάντα, εφοδιασμένη μονάχα με μία βεβαιότητα : τη βεβαιότητα του είναι. Και κάθε στιγμή, με κάθε καινούργια αναγέννηση, ο πολυμήχανος δαίμονας θα μπορούσε να παρεμβαίνει και να την εφοδιάζει με όσες και όποιες ικανότητες επιθυμούσε ο ίδιος και η δαιμονική του βούληση : με μνήμες, με σκέψεις, με αισθήματα, με οτιδήποτε.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό πως όλα αυτά τα λόγια-λόγια-λόγια και οι δικαιολογίες δεν είναι διόλου στο απυρόβλητο, μα ίσα ίσα βράζουν στο ίδιο ακριβώς καζάνι μ' όλα εκείνα που απορρίψαμε αβίαστα, ένεκα αμφιβολιών. Κι εφόσον δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τον οποιονδήποτε συνειρμό, τότε κανένας συνειρμός δεν έχει την παραμικρή αξία, μα και το κάθε συμπέρασμα φαντάζει όμοια ανάξιο και αποβολιμαίο. Κάνοντας την αρχή της αμφισβήτησης, ο Καρτέσιος δε συνειδητοποίησε φυσικά ότι κατέρριπτε πολύ περισσότερα απ' όσα νόμιζε κι ότι πριόνιζε το ίδιο το κλαδί, όπου καθόταν. Μ' αν τούτο έχει καμία φιλοσοφική αξία, τότε χαλάλι. Βρέθηκαμε λοιπόν από τότε, όχι απλά μ' έναν εξωτερικό κόσμο λιγότερο, μα φαίνεται πως φτωχύναμε κι από κάποιο σημαντικό κομμάτι του εσωτερικού κόσμου. Εννοείται όχι, φυσικά, τον κόσμο καθαυτόν - εξακολουθούμε να βιώνουμε τις ζωές μας, με την ίδια αφελή αποδοχή των αισθήσεων - μα την εγκυρότητα, που προσδίδαμε σ' ένα απυρόβλητο, ίσαμε τώρα πεδίο. Γιατί μπορεί να στερήσαμε ανώδυνα καρέκλες και τραπέζια από τα πόδια τους, μα πλέον ούτε τα «cogito» μας στέκουν ορθά, ούτε τα «ergo» μας, στο βαθμό που θα μπορούσαν να μην είναι καν σκέψεις δικές μας. Απομείναμε μονάχα με τούτο το ταπεινό «υπάρχω». Ταπεινό φιλοσοφικά, μ' αυτό το βίωμα-αίσθημα είναι η περιουσία μας ολάκερη. Αυτό το τελευταίο καταφύγιο κανείς δε μπορεί να μας το αφαιρέσει. Ούτε πρωτίστως βιωματικά, ούτε κατόπιν φιλοσοφικά - αν δηλαδή το τελευταίο έχει ούτως ή άλλως καμία σημασία, τώρα που αποστερηθήκαμε τις λέξεις και τους συντακτικούς μας κώδικες ως δυνάμει ψεύδη.

Memories are made of this ...

Τώρα που δεν αφήσαμε πια και πολλά όρθια, ας υποθέσουμε ότι η μνήμη μας έχει, τελικά, μια κάποια εγκυρότητα κι ότι η συνειδητότητα μας - ασχέτως αν συγκροτείται σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή όχι - εκτείνεται σε όλη τη διάσταση εκείνη, που αντιλαμβανόμαστε ως χρόνο. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ζωής του ο Καρτέσιος έχει πλέον φτάσει σ' εκείνο το επίπεδο φιλοσοφικής ωρίμανσης, που του δίνει τη δυνατότητα να εκφραστεί με διαύγεια : «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Όμως και δέκα χρόνια πριν, αν προσπαθούσε να θυμηθεί τον εαυτό του, πάλι δε θα μπορούσε ν' αρνηθεί ότι υπήρχε, παρά το γεγονός ότι η διαβεβαίωση αυτή θα του ήταν τότε άγνωστη και μάλλον άχρηστη. Θα μου πείτε, η λειτουργία της μνήμης τον βοηθά να κρίνει αναδρομικά όχι μόνο την παρούσα του κατάσταση, μα και όλα τα προηγούμενά της στάδια. Ακόμη πιο πίσω, θα ήταν δυνατό να θυμηθεί τον εαυτό του σε μια ηλικία, όπου ως παιδί ο σκεπτικισμός δε θα 'χε και μεγάλο νόημα ή σημασία - πιθανότατα να γίνονταν πιστευτά και τα πλέον τερατώδη. Θα μπορούσε, παρόλα αυτά, ν' αναγνωρίσει κανείς μια στοιχειώδη κριτική ικανότητα στα σπάργανα - μάλλον μια καχυποψία - κι ίσως ακόμα και τότε, η φράση ετούτη να 'βγαζε κάποιο νόημα, κατάλληλα αναδιατυπωμένη.

Ακόμα πιο πίσω, όμως, πίσω κι από την ηλικία των δομημένων φράσεων και των πρώτων αρθρώσεων, θα πρέπει ο φιλόσοφος να παραδεχτεί πως, αν κι απολύτως βέβαιος για την ύπαρξή του την εποχή εκείνη - πολλοί άνθρωποι φέρουν μνήμες, που προηγούνται της δομημένης ομιλίας - δε θα μπορούσε να είναι καθόλου βέβαιος για τη σκέψη του - ή καλύτερα για το είδος και την ποιότητά της. Θα πρέπει να παραδεχτεί ότι εξακολουθούσε να υπάρχει π.χ. ως βρέφος, δίχως όμως καμιά νοητική εγγύηση για τούτο. Σ' εκείνο το ενστικτώδες στάδιο, όλη του η ύπαρξη εξαντλούνταν σε ζωϊκές αντιδράσεις απέναντι στα ερεθίσματα και δεν ξερω-γω ποιες άλλες πρωτογενείς, βρεφικές λειτουργίες. Ο Καρτέσιος - κι ο καθένας μας - δεν είναι σε θέση να θυμάται αν και τι σκεφτόταν στην ηλικία εκείνη, αλλά φτάνει σε κάποιο συμπέρασμα από την εμπειρία του, παρατηρώντας άλλες υπάρξεις, πέραν από τον εαυτό του. Ως εκ τούτου, όμως, καταλήγουμε ότι το βρέφος Ντεκάρτ δεν έχει μεγαλύτερη εγκυρότητα απ' όση έχει μια οποιαδήποτε άλλη συνείδηση, η οποία χρησιμεύει ως εγγύηση. Θα μπορούσε - φιλοσοφικά - ο Καρτέσιος να μην υπήρξε ποτέ ως βρέφος ή να εμφανίστηκε ως δια μαγείας στην ηλικία των τριών ετών ή ό,τι άλλο.

Με τη φλυαρία ετούτη - είναι φανερό - θέλω να καταδείξω, σε κάποιο βαθμό, πως η στοχαστική ικανότητα είναι παντελώς αδιάφορη και βάρος περιττό στην αποδεικτική διαδικασία κι ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να είναι βέβαιος για την ύπαρξή του, δίχως να χρειάζεται ν' ανατρέχει σε δευτερογενή στηρίγματα. Μα ούτε και φιλοσοφικά χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε. Για ποιο λόγο, άραγε, να 'χουμε χρεία μιας απόδειξης; Γιατί δεν αρκεί του φιλοσόφου το ακραιφνές του βίωμα; Ο φιλόσοφος προτιμά - και για τούτο υποτιμά - μιαν όψη της συνείδησης από μιαν άλλη : τη λογικότητα, από το άλογο βίωμα. Μα τούτη η φιλοσοφική αναγκαιότητα, να ειπωθούν όλα λογικά ή να εκφραστούν λεκτικά, είναι κάποτε φόβος να καταντήσει ψύχωση - σαν αρχίσει κανείς ν' αψηφά ή ν' αγνοεί τα όρια και τις δυνατότητες μιας τέτοιας τακτικής. Το εγχείρημα του Καρτέσιου να θεμελιώσει την ύπαρξη σε κάτι (φαινομενικά πιο) στέρεο φαίνεται καθόλα μάταιο, πέραν ίσως κάποιας πρόθεσης να κωδικοποιηθεί η γνώση ετούτη, με σκοπό να κοινωνείται. Να κοινωνείται, βέβαια, αλλά από ποιους, τώρα που όλες οι συνειδήσεις - πέραν της δικής του - έχουν εξοβελιστεί στα νεφελώματα; Τα φιλοσοφικά αδιέξοδα του κάθε Καρτέσιου έχουν να κάνουν, πρωτίστως, με το σαρκαστικό χάσμα μεταξύ των ισχυρισμών του στοχαστή και της πρακτικής του : δίχως να παραδέχεται τίποτε, παρεκτός του εαυτού του, παλεύει ωστόσο να πείσει (αλλά ποιον; ιδού η αντίφαση). Καθίσταται, εδώ, ολοφάνερη η τραγικότητα της συνείδησης που κατάντησε μονάχη. Μη έχοντας πια τι να κάμει τη μοναξιά ετούτη, μονολογώντας και τρώγωντας τις σάρκες της, παλεύει για διέξοδο απ' το κελί, που μόνη της κλειδώθηκε.

* * *

Όλα τα προηγούμενα, φυσικά, δε θα 'χαν και μεγάλη αξία, αν με το «σκέφτομαι» ο Καρτέσιος νοεί την κάθε δυνατή κίνηση του νου : αισθήματα ή παραισθήματα, τάσεις, επιθυμίες, προθέσεις, συναισθήματα, φαντασιώσεις, όνειρα και παραλογισμούς, άναρθρες κραυγές και μυκηθμούς και ούτω καθεξής. Αν δεχτούμε όλες αυτές τις λογικά αδόμητες και, συχνά, λεκτικά αστήρικτες εκφράσεις, ως προϋποθέσεις ή εχέγγυα φιλοσοφικά έγκυρα, ώστε να στηριχθεί κατά τ' άλλα ο αρχικός ισχυρισμός του cogito, τότε προσωπικά πάω πάσο και διαγράφω μ' ένα μεγαλο «Χ» όλα τα προηγούμενα. Υποψιάζομαι, ωστόσο, ότι ετούτο το χάος της απείθαρχης νόησης δεν πρέπει να 'ταν μες στις προθέσεις του φιλοσόφου.

To be or not to be ...

Προφανώς, ο ενημερωμένος αναγνώστης θα 'χει δυσανασχετήσει αναρίθμητες φορές με τις ασυναρτησίες (που άντεξε να διαβάσει) και το πόσο άσχετος ή απομακρυσμένος στέκομαι από τη φιλοσοφία του Καρτέσιου. Παρόλα αυτά, τον έχω προειδοποιήσει : όλα ετούτα δεν είναι παρά προσωπικά γυμνάσματα και προκλήσεις ατομικές, τα οποία απαντούν στις αντιδράσεις, οι οποίες αναδύθηκαν από ένα συγκεκριμένο ανάγνωσμα. Στα παρακάτω, τώρα, θ' ασχοληθώ κυρίως μ' εκείνο το ζήτημα, που αφορά στον σκεπτικισμό του φιλοσόφου, απέναντι στα πάντα όλα. Τι ακριβώς καταφέρνει να θίξει ο σκεπτικισμός ετούτος και πόσο έγκυρος είναι, τελικά, και του λόγου του;

Για τη βεβαιότητα τη συνείδησης - και μάλιστα μονάχα μίας, της προσωπικής του καθενός - τα είπαμε και τα κουράσαμε πολύ. Ας πιάσουμε, επιτέλους, ν' ασχοληθούμε μ' εκείνο το ρημάδι το τραπέζι του Ράσελ, με το οποίο μας τα 'χει πρήξει στο βιβλίο του και το οποίο χρησιμοποιεί διαρκώς, ως αντιπρόσωπο του φυσικού κόσμου, ώστε ν' απορρίψει την αξιοπιστία του. Ο Ράσελ μας αραδιάζει με αξιέπαινη γλαφυρότητα όλη εκείνη τη μεταβαλόμενη ποικιλία ερεθισμάτων, την οποία λαμβάνουμε απ' το εν λόγω αντικείμενο, θεωρώντας τελικά (κι εγώ συμπυκνώνοντας) ότι ακριβώς εξαιτίας της μεταβλητότητας αυτής δεν έχουμε να διαπιστώσουμε τίποτα σταθερό και καμία βέβαιη γνώση, για το αντικείμενο που καλείται «τραπέζι». Προφανώς, το γεγονός ότι διαφορετικά άτομα βλέπουν διαφορετικές αισθητικές όψεις δε μπορεί σε καμία περίπτωση να σταθεί αρωγός της καχυποψίας μας, στο βαθμό που προτού επικυρώσουμε το τραπέζι καθαυτό δε υπάρχει καμία νομιμότητα στην αποδοχή οποιασδήποτε άλλης αντίληψης πέραν της δικής μας. Αυτό το εμπόδιο αίρεται, φυσικά, εύκολα. Αντί να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά άτομα ως παραστάτες των ενστάσεών μας, μπορούμε απλά να μετακινούμαστε οι ίδιοι σε διαφορετικές θέσεις περί του αντικειμένου.

Μ' ακόμα κι έτσι, συναντούμε προβλήματα : αν ο φυσικός κόσμος είναι εν γένει απατηλός, τότε είναι και το ίδιο μου το σώμα κι επιπλέον κι αυτός ο χώρος μέσα στον οποίο κινούμαι. Δηλαδή, στην πραγματικότητα ούτε η κίνηση, ούτε η αλλαγή προοπτικής έχει κανένα ιδιαίτερο νόημα. Θα μπορούσαν να μην υπάρχουν καν. Θα μπορούσε η συνείδησή μου να είναι ένα σταθερό σημείο στο Σύμπαν ή το ίδιο το Σύμπαν καθαυτό κι όλες αυτές οι παραλλαγές των εντυπώσεων να 'ναι παντελώς ανυπόστατα οράματα και κατασκευάσματα του νου - όπως θίξαμε στο πρώτο μέρος της φλυαρίας μας. Θέλω να πω ότι το φευγαλέο κάθε φυσικού αντικειμένου δεν είναι διόλου έγκυρο επιχείρημα σκεπτικισμού ως προς το αντικείμενο καθαυτό, αλλά αφορά μόνο στα δεδομένα των δικών μας αισθήσεων. Βέβαια, είναι σωστό να πούμε εδώ, ότι από μια μεριά λίγο μας ενδιαφέρει η αιτία της αδυναμίας - αν δηλαδή φταίει το φυσικό αντικείμενο ή φταίμε οι ίδιοι - καθώς το τελικό αποτέλεσμα παραμένει απαράλλαχτο : βεβαιότητα μηδέν.

Κι όμως, το μέγιστο πρόβλημα θαρρώ και το οποίο ελάχιστα θίγεται απ' τον Ράσελ είναι το παρακάτω : αναζητούμε μιαν αλήθεια, μια βεβαιότητα πάνω σε κάποιο αντικείμενο, δίχως να έχουμε την παραμικρή ιδέα για τη φύση αυτής της βεβαιότητας. Με άλλα λόγια δεν έχουμε ιδέα τι σημαίνει να γνωρίζουμε κάτι αληθινό για το τραπέζι, πώς θα γινόταν ετούτη η βεβαιότητα αντιληπτή απ' τη συνείδησή μας, ποιο αίσθημα θα δημιουργούσε. Πράγματι, δεν έχουμε ιδέα τι ζητούμε. Η μοναδική σίγουρη γνώση, εκείνη δηλαδή της «προσωπικής» μας ύπαρξης γίνεται αντιληπτή βιωματικά, μ' έναν τρόπο που διαφεύγει των λεκτικών σχημάτων και οποιασδήποτε γραμματικής : ή το 'χεις ή δεν το 'χεις. Η μοναδική μας γνώση, ωστόσο, δεν έχει να προσφέρει το παραμικρό στήριγμα στον τρόπο, που επιχειρούμε να προσεγγίσουμε τα αντικείμενα, κι ούτε μια χαραμάδα να κρυφοκοιτάξουμε την ύπαρξη ή τη φύση τους. Τι θα σήμαινε, για παράδειγμα, η διαπίστωση «γνωρίζω ότι αυτό το τραπέζι υπάρχει»; Να μια πρόταση δίχως κανένα απολύτως νόημα. Δεν έχουμε - πέρα απ' τα περιορισμένα και ατελή δεδομένα των αισθήσεων - την παραμικρή ιδεά από τι στο καλό συνίσταται μια παρόμοια σοφία.

Όλα τούτα σημαίνουν, μ' άλλα λόγια, πως η μοναδική μας γνώση - ή ακόμα καλύτερα, η μοναδική μας εμπειρία γνώσης - που αφορά δηλαδή είτε στη συνείδηση, είτε στα αισθητικά δεδομένα, είναι γνώση βιωματική κι αντιληπτή άμεσα. Ίσως να 'ταν κι αυτός ένα απ' τους λόγους εκείνους, που ώθησαν τον Καρτέσιο να θεμελιώσει, επιπροσθέτως, την ούτως ή άλλως δεδομένη συνείδηση στη βάση μιας λογικής αποδεικτικής διαδικασίας. Ίσως, έχοντας γνώση των εγγενών περιορισμών του βιώματος, έτρεφε την ελπίδα πήπως με τη λογική κατάφερνε να διαρρήξει τ' αδιέξοδα, σκάβοντας ορθολογικά λαγούμια ίσαμε τον καθαρό αέρα.

Τώρα, ένα δεύτερο πρόβλημα, πέραν του γεγονότος ότι μας διαφεύγει η φύση της απάντησης που αναζητούμε, είναι ότι απαιτούμε η απάντηση όχι μόνο να 'ναι απόλυτη, μα επιπλέον να είναι και σαφώς ορισμένη - προκειμένου δηλαδή να πειστούμε. Δηλαδή, δε γυρεύουμε και τίποτα (ειρωνία)! Όμως ετούτο είναι πλέον ανώφελο κι από τα προηγούμενα, καθώς τέτοια σαφήνεια και καθαρότητα δεν έχουμε ούτε καν για 'κείνα τα ελάχιστα, που γνωρίζουμε. Θέλω να πω : τι είναι συνείδηση; ποιος ξέρει να το απαντήσει αυτό και να το ορίσει αδιαμφισβήτητα κι οριστικά; Μια βεβαιότητα την έχουμε κι αυτή γλιστρά σα χέλι, δε κάθεται μήτε να τη ζωγραφίσεις με λέξεις, μήτε να τη μερέψεις με το ποίημα ή τη μαγνητική τομογραφία. Κι από την άλλη, ποια η ποιότητα που 'ναι φτιαγμένες οι αισθήσεις, τα βιώματα; Τι σημαίνει «όραση», «ακούω» ή «πονώ». Τι 'ναι δηλαδή ο πόνος για συνειδήσεις δίχως σώματα; Ποια υλικά φτιάχνουν εικόνες, σαν κλείνουμε τα μάτια; τι κάνει έναν ήχο ήχο ξεχωρίζοντάς τον απ' το φως, τη νοστιμάδα ή το ρίγος; Κι αν ο ήχος - κάνοντας ντουζίνα υποχωρήσεις και συμβάσεις - μπορεί να οριστεί ως η μετάδοση ενός κυματισμού, πώς στα κομμάτια ορίζεται το ρήμα «ακούω», εκείνη δηλαδή η κατάσταση του νου που βιώνεται ως «ακοή»;

So far, so good ...

Ας σταθούμε, λοιπόν, μια στάλα κι ας εξετάσουμε το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε, μετά απ' όσα προηγήθηκαν. Είμαστε βέβαιοι πως κάτι είμαστε, δίχως να γνωρίζουμε όμως τι 'ναι τούτο που βιώνουμε ως συνείδηση. Δεν έχουμε καμία βεβαιότητα πως η συνείδηση ετούτη ήταν και χτες ή και προχτές (ή θα 'ναι κι αύριο), καθώς η μνήμη θα μπορούσε να είναι επίσης μια ψευδαίσθηση. Η συνείδηση ετούτη πρέπει, επιπλέον, να γίνει δεκτή ως έχει, βιωματικά, καθώς είναι παντελώς μάταιη κάθε αναγωγή της σε οποιαδήποτε άλλη, μη αυτοαναφορική, βάση. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει αποδεικτική διαδικασία αρκούντως έγκυρη να τη στηρίξει, καθώς - ως προείπαμε - ακόμα κι οι ίδιες μας οι σκέψεις θα μπορούσε να είναι εμβόλιμες κι ετεροκαθορισμένες. Βέβαιοι είμαστε και για τα δεδομένα των αισθήσεων, ωστόσο, με τρόπο διαφορετικό : είμαστε βέβαιοι πως κάτι νιώθουμε, πως κάτι υπάρχει που εισέρχεται στη νόηση, αλλά εντελώς τυφλοί ως προς το την αληθινή τους φύση, τη σαφήνεια ή την εγκυρότητά τους. Σε αντίθεση με τη συνείδηση, η οποία είναι αυτή που είναι, για τα δεδομένα των αισθήσεων δεν είμαστε διόλου σίγουροι αν είναι όντως έτσι ακριβώς.

Σε τούτη την παράγραφο, θα δείξω ότι τα τελευταία - δηλαδή τα δεδομένα των αισθήσεων - είναι εξαιρετικά απίθανο (όχι φυσικά κι αδύνατο) να 'ναι όλα τους κατασκευάσματα του νου κι ότι είμαστε αναγκασμένοι να ανάγουμε την προέλευση, τουλάχιστον μερικών, σε πηγές εκτός νόησης. Ασχέτως, αν πρόκειται για φυσικό κόσμο ή για τη βούληση μιας ιδιόρρυθμης θεότητας (ετούτο το τελευταίο, δε μπορώ να φανταστώ με ποιον τρόπο θα μπορούσε κανείς να το απορρίψει, στον αιώνα των αιώνων), αισθάνομαι πως είναι η πρώτη φορά, που φτάνουμε αρκετά κοντά στο ν' ανοιχτεί ένα παράθυρο προς τον κόσμο. Θεωρώ πως είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ταπεινής αυτής ανάλυσης, καθώς αποκαθιστά μια αφηρημένη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του νου και, συνάμα, σηκώνει μια πιθαμή την αντάρα και τη βαρυθυμία της απομόνωσης και της μελαγχολίας.

Το επιχείρημα, ουσιαστικά, είναι εξαιρετικά απλό : ο νους παρά τις θαυμαστές του ιδιότητες, τις απαράμμιλες δυνατότητες και ό,τι άλλο, κατά βάθος - και το διαπιστώνουμε αυτό σε βάση καθημερινή - είναι μια οντότητα εξαιρετικά ατελής : η μνήμη σφάλλει διαρκώς, η έκφραση σπάνια είναι επαρκώς συνεπής με τα νοήματα, ο λόγος δημιουργεί το ένα σαρδάμ μετά το άλλο, ένα σωρό παραλογισμοί κυκλοφορούν με λογικοφανή ενδύματα, η κατάκτηση οποιασδήποτε ικανότητας προϋποθέτει τη μία αποτυχία μετά την άλλη κι αν είναι να περάσουμε, κατόπιν, και στο χώρο των συναισθημάτων, πολύ σύντομα θα διαπιστώσουμε ότι το χάος δύναται να κλιθεί, επίσης, στον πληθυντικό. Η νόηση μ' όλο της το μεγαλείο είναι ελάχιστα αξιόπιστη, μπροστά στις προκλήσεις που της θέτονται, και συνήθως στέκεται αδαής στο μεγαλύτερο μέρος των συλλογισμών της και δη των σοβαρών. Πώς θα ήταν δυνατό, λοιπόν, μια τέτοια ατελέστατη ουσία να είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία ενός κόσμου τέτοιας αδιανόητης ευρύτητας και βάθους, για την κατασκευή μιας τέτοιας ασύλληπτης απειρίας και πολυπλοκότητας σχέσεων και σημασιών, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα δεδομένα των αισθήσεων; Μήπως υπερβάλλει ξεδιάντροπα, οποιοσδήποτε θεωρεί πιθανή μια τέτοια τερατώδη υπόθεση;

Για να κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα το τραγελαφικό μιας παρόμοιας προσδοκίας : αν αύριο αποφασίζα να μελετήσω μιαν επιστήμη την οποία αγνοώ παντελώς όπως π.χ. την κβαντομηχανική, τούτο θ' απαιτούσε απ' τη συνείδησή μου να κατασκευάσει, καταρχάς, όλην εκείνη την ιστορία και της βιογραφίες των ανθρώπων που τη συνέλαβαν, να οργανώσει όλα εκείνα τα απίστευτα πειράματα και τις διαδικασίες που την επαλήθευσαν, να συγγράψει όλες εκείνες τις αναρίθμητες διατριβές και τους τόμους, που γράφτηκαν ποτέ γύρω απ' την κβαντομηχανική. Και στη συνέχεια, θα 'πρεπε ν' αφιερώσει αν όχι μια ζωή, τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι εκείνου που αντιλαμβάνεται ως χρόνο, για την μελέτη και την κατανόηση του αντικειμένου, εκτός κι αν κάθε επιστημονικό βιβλίο στοιχειοθετούνταν εκ του μηδενός, εν τη ρύμη της ανάγνωσής του από την κάθε συνείδησή. Κι όλα ετούτα, θα κατέληγαν στην καλύτερη περίπτωση σε μια αξιοπρεπή ημιμάθεια ή μια ανεκτή έλλειψη, καθότι δεν διακατέχεται ο κάθε νους από τις ίδιες δυνατότητες κατανόησης ή την ίδια ευφυία. Καταλαβαίνετε τον παραλογισμό μιας τέτοιας σύλληψης, έτσι δεν είναι; Ο νους κατασκευάζει ένα οικοδόμημα τόσο μα τόσο ιδιοφυές, μπροστά στο οποίο ο ίδιος στέκεται αδύναμος να το παρακολουθήσει και να το χωνέψει, ούτε στο απειροστό του τεμάχιο. Και τούτο πολλαπλασιασμένο με όλες τις δυνατές επιστήμες και τους τομείς της γνώσης, με όλες τις δυνατές τεχνολογίες, τεχνικές και τέχνες, με όλες τις δυνατές δράσεις κι ενασχολήσεις.

Προσωπικά, δε βλέπω καμία διέξοδο από τούτη την αντίφαση και το μόνο πράγμα, που μας απομένει δεν είναι άλλο απ' το να παραδεχτούμε την καταφανέσταση αδυναμία του νου, απέναντι σ' αυτό το οικοδόμημα του φαινομενικού κόσμου. Η μόνη διέξοδος που, κατά τη γνώμη μου, απομένει είναι ν' αποδώσουμε πίσω, ξανά, στα δεδομένα των αισθήσεων ένα μέρος της χαμένης τους εξουσίας. Να τα αποκαταστήσουμε και πάλι ως μεροληπτικούς - έστω - μάρτυρες μιας δυσπρόσιτης και νεφελώδους αντικειμενικότητας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτή), ν' αφουγκραστούμε ξανά εκείνο που έχουν να μας πουν, μα τούτη τη φορά με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ή, έστω, με περισσότερη καλή διάθεση. Και έχει σημασία - αν υπάρχει μια κάποια ισχύς στα προηγούμενα - πως καταφέραμε να φτάσουμε σε τούτο το συμπέρασμα, δίχως καμία προσφυγή στο επέκεινα, δίχως καμία αναγωγή σε εξωτερικές αναγκαιότητες και υποθέσεις, παρά εξετάζοντας τις εσωτερικές και μόνον αντιφάσεις μιας νόησης που αρνείται τα πάντα, πέραν του εαυτού της.

Στάσεις, ενστάσεις κι ένας επίλογος ...

Επειδή ετούτη η φλυαρία χρειάζεται κάποτε και να τελειώσει, ας επισπεύσουμε λιγάκι τα επόμενα.

Δεδομένου του συμπεράσματος, στο οποίο μόλις καταλήξαμε, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι κάποια απο τα αναρίθμητα δεδομένα των αισθήσεων δεν είναι δημιουργίες του νου καθαυτού και, συνεπώς, η πηγή τους θα πρέπει να αναζητηθεί κάπου, πέραν κι εκτός της νόησης. Έχουμε δηλαδή, σιγά-σιγά, μια δειλή αποκατάσταση του Φυσικού Κόσμου, παρά το γεγονός πως η αληθινή του φύση εξακολουθεί να μας διαφεύγει. Υπάρχει κάτι εκεί έξω, υπάρχει όντως, και το κάτι αυτό τροφοδοτεί τη συνείδησή μας με ερεθίσματα, τα οποία γίνονται αντιληπτά ως δεδομένα των αισθήσεων. Τίθεται τώρα το ερώτημα τι ακριβώς είναι σε θέση να μας πουν τα δεδομένα ετούτα; Μας τροφοδοτούν, άραγε, με πληροφορίες κάποιας στοιχειώδους ισχύος; Είναι οι πληροφορίες αυτές αρκετές, ώστε να κατανοήσουμε τη φύση που μας ξεπερνάει;

Νομίζω ότι η αμφιβολία ουδέποτε θα πάψει να ριζώνει στα σωθικά μας. Είναι αδύνατο, καταρχάς γιατί - όπως σχολιάσαμε και νωρίτερα - δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα τι 'ναι ακριβώς εκείνο που ζητούμε, ποια είναι ακριβώς η φύση της απάντησης που γυρεύουμε. Ώστε θα μπορούσε κάποιος να μας τρίψει, κάποτε, την απάντηση κάτω απ' τη μύτη μας κι εμείς να μην αντιληφθούμε το παραμικρό. Κατά δεύτερο λόγο και γιατί τα δεδομένα των αισθήσεων έχουν - και θα έχουν πάντα - μερική μόνο ισχύ. Θα φέρουν, διαρκώς, μονάχα κλάσμα μιας αλήθειας κι όχι ένα πλήρες νόημα. Τούτο είναι φυσικά αναπόφευκτο, εφόσον οι αισθήσεις μας είναι περιορισμένες, όπως επίσης και τα αντικείμενά τους : κανένα βλέμμα δε μπορεί να πάρει ταυτοχρόνως όλες τις δυνατές θέσεις γύρω από ένα τραπέζι κι ως εκ τούτου, αναπόφευκτα, θα εξαντλείται στη μερική, μονάχα, οπτική αντίληψη. Τούτες οι παραδοχές, φυσικά, μπορούν να γενικευτούν για οποιαδήποτε άλλη αίσθηση, σε πλάτος και σε βάθος, αλλά νομίζω πως το νόημα γίνηκε φανερό και δε χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο. Το ζήτημα αυτό θα λυνόταν τετελεσμένα μονάχα αν ήταν δυνατόν να γίνει κανείς τραπέζι ο ίδιος ή τα τραπέζια ν' αποκτούσαν συνείδηση.

Είναι όμως επαρκής λόγος ν' απορρίψουμε το κλάσμα της αλήθειας, που φέρουν οι αισθήσεις, μόνο και μόνο εξαιτίας της κλασματικής του φύσης; Μισή αλήθεια ή 2/5 δεν είναι, δηλαδή, καλύτερα από καθόλου; Τι κι αν το τραπέζι αλλάζει π.χ. αποχρώσεις, αναλόγως της γωνίας θέασης; Τούτο σημαίνει πως το χρώμα του είναι ζήτημα απροσέγγιστο και νεφελώδες κι υποχωρούμε ηττημένοι με τόση ευκολία; Είναι δα τόσο δύσκολο να παραδεχτεί κανείς ότι το τραπέζι μπορεί να 'χει όλα τα χρώματα μαζί, όλα πραγματικά εξίσου; Μα και το χρώμα καθαυτό, υπάρχει για δεν υπάρχει; Ποιος σατανάς εγκλώβισε τη σκέψη μας σε τούτες τις κανονικότητες και τους προκαθορισμούς; Ποιος έτρεξε πρώτος να κατοχυρώσει το χρώμα ως έννοια απόλυτα και σταθερά ορισμένη για κάθε αντικείμενο, αντί για σχέση - καταντώντας το τελικά μονοδιάστατο; Είναι το αίσθημα της αχρωματοψίας λιγότερο αληθινό, εξαιτίας της «ατέλειάς» του, ή αποτελεί μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα μιας διαφορετικής σχέσης, απ' τις συμβατικά ορισμένες;

Το να ζητά κανείς απαντήσεις απόλυτες είναι θέση το ίδιο μεταφυσική με το ν' απορρίπτει κάθε μερικότητα. Είναι μια πίστη και για τούτο αστήριχτη, μετέωρη στο πουθενά, είναι μια φιλοσοφική προκατάληψη. Μ' από την άλλη, όσο πιο παταγώδης η αποτυχία της νόησης μπροστά στα τείχη του Απόλυτου, τόσο πιο θριαμβευτική, μέρα με την ημέρα, η επέλασή της στο πεδίο των σχέσεων. Οι Επιστήμες το έχουν καταλάβει καλά ετούτο. Τι κι αν μας διαφεύγει η αληθινή φύση του χώρου; Συγκρίνοντας, μεταξύ τους, δυο μήκη καθόλα απατηλά μετρούμε κι ορίζουμε σχέσεις «απόλυτες», που καλούμε αποστάσεις. Στο βάθος τους, τα πάντα φαίνονται, εν τέλει, να είναι περισσότερο σχέσεις, παρά οντότητες αποκομμένες κι ερημονήσια καταμεσίς ωκεανών. Ετούτος ο συνωστισμός των «υπαρκτών» δεν μοιάζει παρά μια μεγαλειώδης και πολύπλοκη κοινωνία. Μια κοινωνία που καθίσταται έγκυρη και υπαρκτή, από την παντοκρατορία των σχέσεων κι ούτε κατά διάνοια χάρη στην εγκαθίδρυση και την κυριαρχία του Απόλυτου. Ακόμα και δυο ψεύδη μπορούν να 'χουνε σχέση καθόλα αληθινή : υπάρχει τραπέζι; υπάρχει οφθαλμός; ίσως να μην το μάθουμε ποτέ κι όμως η αίσθηση του χρώματος υπάρχει και για τον πλέον σκληροπυρηνικό Ντεκάρτ. Ετούτη η συνείδηση φαίνεται να 'χει μια εξαιρετική ικανότητα να μετέχει, να δημιουργεί και ν' αντιλαμβάνεται τις σχέσεις αυτές. Τούτο δε θα μπορούσε ποτέ να το κατανοήσει ο καρτεσιανός ασκητισμός, που θέλει όλους τους όρους καθαρούς.

Όταν ο νους στέκει ενώπιον του αντικειμένου του αμφιβάλλοντας και σ' εκείνο το σημείο μηδέν αδυνατεί ν' αποφασίσει αν πρέπει ν' ακολουθήσει το μονοπάτι της απόρριψης ή της αποδοχής, σ' αυτό το μεταίχμιο ο φιλόσοφος είναι υποχρεωμένος, ίσως, να πάρει κάποτε θέση, παρά να περιμένει τη θέση να έρθει από μόνη της. Κάθε επιλογή και κάθε εξέταση είναι θεμιτή φιλοσοφικά, μας σαν εκτροχιαστεί και πάρει τον εαυτό της για στάση ορθότερη ή καθαρότερη, γίνεται τότε μεταφυσική και γκρεμίζεται. Η καρτεσιανή λογική (και όχι μόνο) θαρρεί πως είναι ο Άνθρωπος κανένα νήπιο, άμοιρο ευθυνών, αμέτοχο κι αμόλυντο, πέρα κι από τη μεθοριακή γραμμή του Σύμπαντος. Θαρρεί πως με κάποια ιδεατή του ικανότητα (κι αλαζονεία) δύναται να σταθεί απέναντι στην Κτίση και να τη μετρήσει απ' άκρη σ' άκρη, κρίνοντας το τι 'ναι αληθινό και τι 'ναι ψεύδος. Με τι κριτήριο αλήθεια; Ο Ντεκάρτ θεώρησε το σκεπτικισμό για τέτοιο κριτήριο κι απέτυχε οικτρά - κατά τη γνώμη μου. Η στάση του Ντεκάρτ είναι στην ουσία της άρνηση κι απόρριψη του Κόσμου. Ένας αυτιστικός θρίαμβος, που δυσανασχετεί μπροστά στην κάθε ανασφάλεια. Στο ζήλο του να αποκαθάρει την αλήθεια απ' τις προσμίξεις, μας τη στέρησε.

Μα κάθε συνείδηση είναι κομμάτι ενός συνόλου, δημιούργημα και δημιουργός. Αντικοιτάζοντας ένας τον άλλο πλάθουν και πλάθονται. Συνείδηση, δεδομένα αισθήσεων, αισθητά αντικείμενα : αν είναι ν' αφουγκραστεί ο φιλόσοφος τα μυστικά του Κόσμου, θα πρέπει καταρχήν να προχωρήσει ένα βήμα προς το μέρος του, να δημιουργήσει μαζί του σχέσεις - ρισκάροντας ως και ν' αστοχήσει. Αν είναι να φτάσουμε σε μιαν αλήθεια, θα φτάσουμε μέσω μιας τρυφερής κατάφασης του Κόσμου, ευλογία που περνάει έμμεσα και στα γένια μας, ως μέρη κι εμείς της αυτής εξίσωσης. Χίλιες φορές και φιλοσοφικά εγκυρότερο ένα σφάλμα δράσης ακούσιο, παρά να ψηλαφεί κανείς νεκρούς, παίρνοντας - αυταπατώμενος - τη νεκροφιλία γι' αντικειμενικότητα. Παρά ν' αποτραβιέται στο κελί του, στ' όνομα κάποιας αλήθειας δίχως καμία σημασία, εφόσον πρόκειται γι' αλήθεια ομφαλοσκοπούσα. Ο σκεπτικισμός που καταφάσκει είναι χειρουργικό νυστέρι, υπηρετεί τη ζωή. Ο σκεπτικισμός που αρνείται γίνεται μπαλτάς και χασαπομάχαιρο : στο τέλος μένει ο μόνος όρθιος.

Κλείνοντας, ας ανωτηθούμε τουλάχιστον αυτό : ζητούμε η Φιλοσοφία να εξυπηρετεί τη ζωή ή την αλήθεια; Οι δύο όροι, φυσικά, δεν αλληλο-αποκλείονται. Παρ' όλα αυτά οι στοχαστές συχνά, παρασυρμένοι απ' το πάθος τους για μιαν αλήθεια αόριστη, ξεχνούν ότι εκείνο που δίνει την πραγματική αξία στη Φιλοσοφία του Ανθρώπου είναι, από τη μία, οι περιορισμοί του και, από την άλλη, η επιθυμία του.

Αυτό το ergo το έχω ξαναδεί ... [ Μέρος Πρώτο ]

Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Σκέφτομαι, επίσης, να μη χάσω λόγια και χρόνo, προσπαθώντας να επαναλάβω τα χιλιοειπωμένα περί σημασίας του Καρτεσιανού μότο στη θεμελίωση της Δυτικής Φιλοσοφίας. Όχι από φόβο μη βαρεθείτε τη ζωή σας, παρά γιατί δεν έχω τα απαραίτητα φόντα. Ούτως ή άλλως, η ρήση καθαυτή έχει καταντήσει κουλτούρα ελαφρολαϊκή και δεκανίκι του κάθε πικραμένου αμπελοφιλόσοφου, αναρτημένη στο ίδιο ράφι με τα μπλουζάκια Τσε Γκεβάρα και τη στάμπα Γιν και Γιανγκ. Το ευκολόπεπτο, φυσικά, εξαντλείται στην ρηχότητα μιας αποκομμένης και ξερής ατάκας, παρά στους περιορισμούς της πρότασης αυτής καθαυτής. Στο κάτω-κάτω, δεν έφτασε ο φιλόσοφος εκεί που έφτασε αποσώζοντας τα καύσιμά του σε μια στιγμιαία αναλαμπή, ξεψυχώντας αμέσως μετά. Από την ευκολία ετούτη, ωστόσο, ορμώμενος κι εγώ, καθώς και την άμοχθη άγνοια, κραυγαλέα αδιάβαστος και ξένος με το σύνολο της σκέψης του Ντεκάρτ και τις αναγκαιότητες που τον δυνάστευσαν, θα προχωρήσω εδώ περισσότερο παρακινημένος από αντίδραση στη μελέτη ενός κάποιου βιβλίου φιλοσοφίας, παρά από βαθιά κατανόηση.

Πρόκειται για το βιβλίο «Τα Προβλήματα της Φιλοσοφίας» του Μπέρτραντ Ράσελ, σε μετάφραση του Αντώνη Πέρη, από τις εκδόσεις Αρσενίδη. Το κυριότερο μέλημα, ωστόσο, του βιβλίου δεν είναι σε καμία περίπτωση τα προβλήματα της Φιλοσοφίας γενικά - ως προς αυτό ο τίτλος αστοχεί - μα περισσότερο τα πρόβληματα της γνωσιολογίας. Υπό την οπτική αυτή, λοιπόν, και ήδη από τα πρώτα κεφάλαια ερχόμαστε προ τετελεσμένου γεγονότος. Είμαστε αναγκασμένοι να ξεκινήσουμε το ταξίδι στη Φιλοσοφία με τίποτα λιγότερο από μιαν ήττα : οφείλουμε να παραδεχτούμε πως μόνη μας βεβαιότητα είναι η ίδια μας η συνείδηση και τα αδρά δεδομένα των αισθήσεων. Είναι αδύνατον στο σημείο αυτό να παραμείνει ο Καρτέσιος στην αφάνεια. Ο γνωστός του λόγος έρχεται κι επανέρχεται. Μαθαίνω κάτι καινούργιο : ο φιλόσοφος δεν εργάστηκε με πρόσημο θετικό, ξεκινώντας από μιαν συνείδηση εξασφαλισμένη, αναζητώντας έπειτα διεξόδους προς τον Κόσμο, παρά αντιστρόφως, ξεκινώντας απ' το οτιδήποτε κι οπλισμένος μ' αστείρευτο σκεπτικισμό (υγιή, κατά τη γνώμη του) οπισθοχωρούσε διαρκώς, ώσπου βήμα το βήμα εγκλωβίστηκε στον εαυτό του. Ετούτη η νέα πληροφορία με γέμισε αντιδράσεις, όπως ακριβώς αντιδράει φουρκισμένος ο χωριάτης, άμα του υποδείξει κανείς κάτι αντίθετο από την βολή της καθημερινής του συνήθειας. Ετούτη η αιτία της καταδίκης (ο ασυμβίβαστος δηλαδή σκεπτικισμός) σ' ένα ξερό cogito, μ' ενόχλησε περισσότερο κι από την καταδίκη καθαυτήν. Διαισθάνθηκα κάτι απροσμέτρητα φάλτσο σε τούτη την κατάληξη, μιαν ασυδοσία και συνάμα μία βαθιά μιζέρια.

Δεν έχω σκοπό ακόμη να διαβάσω τον ίδιο τον Καρτέσιο κι ούτε τις επιρροές ή τους σχολιαστές του. Μα ακριβώς ετούτο θα προσπαθήσω, πάντα στο μέτρο των προσωπικών δυνατοτήτων ή περιορισμών : να εξετάσω τι στο καλό μπορεί να συνάγει κανείς ξεκινώντας από το ελάχιστο; ποια γνώση και ποιαν αποκάλυψη μπορεί να προσφέρει αυτή μόνη η φράση του Ντεκάρτ, αναλυόμενη ξανά και ξανά, ειδωμένη στα μέρη ή στο σύνολό της, ξεχειλωμένη κι απλωμένη όσο της επιτρέπει η εσωτερική της συνοχή ν' απλωθεί; Η οπτική ετούτη, στο κάτω-κάτω, υπονοεί κι ένα είδος ισοδυναμίας ή συμμετρίας : εφόσον το θρασύ απόφθεγμα υφαρπάζει από τον άνθρωπο κάθε ασφάλεια, τον αποσπά βίαια από τον κόσμο, φυλακίζοντάς τον στην απομόνωση ενός απόλυτου αυτισμού, ας το πληρώσουμε κι εμείς με το ίδιο νόμισμα ∙ εξετάζοντάς το δηλαδή στην απομόνωση, αποκομμένο και απογυμνωμένο από κάθε εξωτερικό στήριγμα. Δίχως να αθετήσω τους περιορισμούς αυτούς, δεν είναι απίθανο να γυρέψω διασαφηνίσεις, στα σημεία, καθώς οι συλλογισμοί μου δεν ξεκινούν αυτόνομα κι ανεπηρέαστα, μα ως βασική αφετηρία έχουν τη γραμμή που καθόρισε ο Ράσελ, στο βιβλίο που προανάφερα. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας και τότε μόνο, θ' αναζητήσω πιθανότατα όλη την αντίστοιχη παραφιλοσοφία πάνω στον Καρτέσιο, συγκρίνοντας τελικά τις προσωπικές παρατηρήσεις με τα επίσημα καθιερωμένα. Σίγουρα, πάντως, όχι στην ανάρτηση αυτή.

Cogito άρα σκέφτομαι ...

Το πρώτο ερώτημα που οφείλει να θέσει κανείς, ο οποίος δεν είναι φιλόσοφος κατ' επάγγελμα και συνεπώς δεν έχει τριβή με τα καθιερωμένα, είναι κατά πόσο η ελληνική μετάφραση από το λατινικό «cogito ergo sum» αποδίδει με ακρίβεια το αρχικό νόημα. Καθότι το «σκέφτομαι» είναι ποιοτικά διαφορετικό από το «σκέπτεσθαι». Ένα απαρέμφατο γλιτώνει τη σκέψη απ' τις παγίδες ενός προσώπου (πρώτου ή άλλου), με περισσή κομψότητα κι οικονομία. Καθώς, η ερώτηση που έχουμε χρέος να θέσουμε αμέσως μετά από κάθε «σκέφτομαι» είναι «και ποιος είναι, τελικά, αυτός που σκέφτεται;», τα πράγματα περιπλέκονται. Μα ποιος άλλος; «Εγώ» θ' απαντήσει αστόχαστα ο βιαστικός, ως να 'ταν η συνείδηση παγιωμένη και οριστική και όχι όνειρο νύχτας σεξπηρικής ή αδάμαστο ποτάμι, που περιγελά φράγματα και γεφύρια.

Ετούτο το «Εγώ» είναι μέγιστο φιλοσοφικό πρόβλημα από μόνο του. Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που σκέφτεται; Ποιος είναι ο στοχαστής ή τι; Είναι μήπως ο φορέας της συνείδησης; Μα κι εδώ, πάλι, μοιάζει να μιλούμε για δύο πράγματα ξεχωριστά : άλλο δηλαδή ο φορέας και άλλο η συνείδησή του; άλλες οι σκέψεις και άλλος ο που σκέφτεται; Γιατί να υπάρχει χρεία ενός φορέα; Γιατί να μην υπάρχει τίποτε περισσότερο, παρά αγνή και καθάρια αντίληψη; Νόηση που στέκει μονάχη και μετέωρη, από τα πάντα και για πάντα, όπως ισορροπεί η Γη του Αναξίμανδρου, γυμνή και άδολη, στο κέντρο εκείνου του κενού που οριοθετούν τα δεδομένα των αισθήσεων και που μοιάζει να είναι όλος κι όλος ο κόσμος, που μας επιτρέπει ο Ντεκάρτ;

Απ' την αρχή λοιπόν κάθε προσέγγισης, γίνεται φανερό πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της γλώσσας και της έκφρασης στην αντιμετώπιση των φιλοσοφικών προβλημάτων. Δίχως την αυστηρή αποσαφήνιση των όρων και των περιεχομένων τους, φαίνεται δύσκολο να προχωρήσει κανείς έστω κι ένα βήμα ελάχιστο. Κι ωστόσο, αναγνωρίζοντας τους περιοριστικούς αναγκασμούς αυτού του σύντομου και άχαρου μονόλογου, στον οποίο προβαίνω εδώ και που δεν είναι και καμία διατριβή, θα συνεχίσω όσο είναι δυνατόν με την απλή καθημερινή μου γλώσσα και μόνο αν υπάρξει στενότερη επιταγή, θα σταθώ με μεγαλύτερη επιμέλεια.

Σκέφτομαι, λοιπόν, πως η πιστότερη απόδοση δε μπορεί να 'ναι άλλη από εκείνη που γίνηκε στη μητρική γλώσσα του φιλοσόφου : je pense donc je suis. Αδυνατώ να διακρίνω κάποια ουσιαστική διαφορά απ' το ελληνικό ή το αγγλικό αντίστοιχο. Διαβάζω ότι η φράση ετούτη, στο λατινικό κείμενο, ξεκινάει εμπλουτισμένη με μιαν αμφιβολία : dubito, ergo cogito, ergo sum. Αμφιβάλλω, άρα σκέφτομαι κι άρα υπάρχω. Ετούτο το σημείο του σκεπτικισμού ως αφετηρίας, θα παίξει καθοριστικό ρόλο, στις κατοπινές μας σκέψεις. Τολμώ, για τη συνέχεια, να περιοριστώ και να δουλέψω με την ελληνική απόδοση, ελπίζω δίχως βλάβη οποιασδήποτε ουσίας.

A penny for your thoughts ...

Τι περισσότερο θα μπορούσε, λοιπόν, ν' αναρωτηθεί κανείς παίρνοντας τη σκέψη ως δεδομένη; «Σκέφτομαι» ναι, αλλά πώς σκέφτομαι ή τι; Έχει καμία σημασία ή μας αρκεί ότι σκεφτόμαστε;

Το περιεχόμενο των σκέψεων γενικά δε βλέπω με ποιον τρόπο θα μπορούσε να είναι σημαντικό, ως προς ετούτο που παλεύουμε να εξετάσουμε εδώ, δηλαδή την εγκυρότητα του κάθε «sum». Μια εξαίρεση ζωτικής σημασίας αποκαλύπτεται αν επαναδιατυπώσουμε το ερώτημα : όχι τι σκέφτομαι, μάλλον, μα τι μπορώ να σκεφτώ. Είναι τούτο που κάνει τη διαφορά, καθώς ο φιλόσοφος μπορεί να σκεφτεί ό,τι επιθυμεί, μα κυρίως μπορεί να σκεφτεί τη σκέψη του. Τούτο τρομάζει, μα συνάμα ανδρώνει το φιλόσοφο : να μπορεί να καθιστά τη σκέψη του αντικείμενο του εαυτού της, σε μια ανατροφοδότηση απαράμμιλης σημασίας, για την υπαρκτική ποιότητα. Κατά τ' άλλα - αν δηλαδή εξαιρεθεί η εξαίρεση - ο θόρυβος των καθημερινών ενασχολήσεων του νου, ένα αμάλγαμα ενδοσκοπήσεων και αισθητικών επιρροών, λίγα έχει να προσφέρει στα φιλοσοφικά μας αδιέξοδα. Θα ήταν χρησιμότερο να αναρωτηθούμε, μάλλον, για εκείνη την αρχική πηγή της σκέψης, την πρωτογενή αφορμή και θρυαλλίδα που σχημάτισε τις προκείμενες των πρώιμων, ακατέργαστων συνειρμών, εκεί κάπου στα πρώτα σκιρτήματα της καινοφανούς μας ύπαρξης. Θαρρώ πως η Φιλοσοφία αποδίδει αυτή την πρώτη μητρότητα, μάλλον και πάλι, στα δεδομένα των αισθήσεων, στη μόνη ούτως ή άλλως βεβαιότητα (εκτός συνείδησης), που δεχόμαστε αρχικά κι εμείς. Αν θεωρήσουμε έγκυρη την προηγούμενη πρόταση, καταλήγουμε τότε ότι στη βάση της και στην καταγωγή της, ακόμη και η οποιαδήποτε αφηρημένη ενδοσκόπηση - παρότι φαινομενικά απομακρυσμένη από τα αισθητικά γινάτια - αντλεί τελικά τις απαρχές και τις περιπλοκές της από αυτή, τη μόνη αισθητική μας βεβαιότητα. Με μια λειτουργική προχειρότητα, λοιπόν, ως προς το τι σκεφτόμαστε, θα περιοριστούμε στην παραδοχή ότι σκεφτόμαστε τα δεδομένα των αισθήσεων ή πάνω σε αυτά ή μέσω αυτών. Δεν υπάρχει άλλο έναυσμα ή άλλη αφορμή, ειδάλλως ο νους θα έπρεπε να χτίσει απ' το απόλυτο μηδέν - έτσι που τον εγκαταλείπει ο Καρτέσιος, εγκλωβισμένο και αποστειρωμένο στον εαυτό του. Έχει ειπωθεί - όχι μ' αυτά τα λόγια απαραίτητα - πως θα ήταν δυνατόν όλη μας η ζωή να μην είναι τίποτε περισσότερο παρά ένας και μοναδικός συνειρμός, που ξεκίνησε κάποτε με την πρώτη λάμψη συνείδησης (όπου κι αν την οριοθετήσει κανείς, αδιάφορο) - άρα με την πρώτη αίσθηση - κι από τότε η σκέψη παραπαίει αναπόδραστα, ίδια μεθυσμένη μέσα στην παραζάλη της, από τη μία αλληλουχία συλλογισμών στην άλλη, δίχως την παραμικρή πρωτοτυπία ή ελευθερία βούλησης, παντελώς αιτιοκρατικά.

Από την άλλη, αν περάσουμε τώρα στα «πώς» της σκέψης, μοιάζουν ετούτα απείρως βαρύτερα από τα «τι». «Σκέφτομαι άρα υπάρχω» αναμασά ο αφελής. Μα αρκεί, μονάχα τούτο; Αρκεί να παραδεχτούμε μια κάποια δυνατότητα του σκέπτεσθαι, περιμένοντας έπειτα ν' ακολουθήσει αυθόρμητα και συνεκδοχικά ολάκερο το οικοδόμημα της σύγχρονης Φιλοσοφίας; Φυσικά και όχι. Με μια μικρή έκπτωση, αν δηλαδή αποδεχτούμε ως αλήθεια ότι τα ζώα επίσης σκέφτονται, έχει λοιπόν τούτο καμία σημασία; ενέχει κάποιαν αξία απόδειξης ή φέρει κάποιο νόημα, τούτη η ιδιότητα της σκέψης μοναχή της; Για τα ζώα, προφανώς κανένα. Θα είχε μονάχα στην περίπτωση, που μπορούσαν και τα ίδια να προβούν σε συνειρμούς. Μάλιστα θα είχε νόημα, μονάχα για τα ίδια, εφόσον το χάσμα που οριοθετεί τη μια συνείδηση απ' την άλλη φαντάζει αγεφύρωτο.

Ο Καρτέσιος προφανώς τα καταλαβαίνει όλα ετούτα και γι' αυτό, καθώς ένα γενικό σκέπτεσθαι δεν του αρκεί, ξεκινά αμφιβάλλοντας (dubito). Δίνει δηλαδή στη σκέψη ποιότητα. Η σκέψη του Ντεκάρτ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα της εξέτασης και της κρίσης, άρα θα πρέπει να είναι λογική. Ως προς αυτό, ωστόσο, θαρρώ πως ο φιλόσοφος είναι ήδη καλυμμένος, από τη συντακτική δομή της πρότασής του και, συνεπώς, η σκεπτικιστική του διευκρίνηση πλεονάζει. Αν απαιτούσαμε δηλαδή τη μέγιστη εφραστική οικονομία, εκείνο το «άρα» ως εκπρόσωπος μιας απόλυτης συνεπαγωγής υπονοεί κι εξασφαλίζει τη λογικότητα του υποκειμένου, που το εκφέρει, και όχι την αυθαιρεσία. Σκεφτόμαστε, μα όχι όπως να 'ναι. Σκεφτόμαστε με θεσπισμένους κανόνες και αυστηρές γλωσσικές δομές, που κι αυτές φυσικά δεν καθρεφτίζουν άλλο παρά μια αντίστοιχη οργάνωση της νόησης. Μιας νόησης που απεχθάνεται το χάος και την αναρχία, καθώς κι αυτός ο ίδιος ο «θεόμουρλος» σουρεαλισμός πατά γερά στις λανθάνουσες ασυνείδητες ακολουθίες - διόλου παράλογες ή τυχαίες - παρά σε παρθενογενέσεις. Μόνον ο άνθρωπος που 'χει «χαμένα λογικά» στέκει ξένος κι απόμακρος προς τις βεβαιότητες, που εδραιώνει ο Ντεκάρτ.

Αλλά να σκέφτεσαι λογικά, ούτε και τούτο θ' αρκούσε, αν ο νους δεν είχε τη δυνατότητα - όπως ήδη αναφέραμε - να νοεί τον εαυτό του, αν δηλαδή δεν είχε τη χάρη της μετα-σκέψης. Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Μα τούτο έχει αξία μόνο για κείνον που μπορεί να συλλογιστεί πάνω στη φράση καθαυτή, για κείνον που μπορεί να κάνει τη φράση αντικείμενό του. Σκέφτομαι ότι σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Η σκέψη είναι ίσως το μόνο πράγμα (σε πείσμα των μαθηματικών παραδόξων) που μπορεί να περιέχει τον εαυτό του. Είναι η ειδοποιός διαφορά εκείνη, που καθιστά τον άνθρωπο άνθρωπο και το ζώο ζώο - στο βαθμό που συμφωνούμε ν' αποδώσουμε και σε τούτα πλάσματα μια κάποια νοητική δυνατότητα. Διαφορετικά, δε θα 'ταν διόλου εύκολο ν' αρνηθούμε για τα τελευταία - ίσως με κάποια προχειρότητα - τη δυνατότητα μιας ασυνείδητης - έστω - λογικότητας. Καμπανάκι άρα φαί : να μια συνεπαγωγή, που δεν έχει να ζηλέψει το παραμικρό από τις περισσότερες καθημερινές και αφελείς αντιδράσεις των ανθρώπων (π.χ. δε μου μίλησε άρα του είμαι αδιάφορος/η).

Μα είναι τούτο, λογική σκέψη; θα αναρωτιόταν καχύποπτα κανείς. Τούτο είναι καθαρό ένστικτο. Εμένα μου αρκεί πως πρόκειται για διεργασία εγκεφαλική κι είναι επιπλέον ξεκάθαρη συνεπαγωγή. Δεν είναι δηλαδή τίποτα φυτικός τροπισμός. Το ζώο ενίοτε αποφασίζει, δε μοιάζει πάντα έρμαιο. Ως προς τούτο, θα ήταν αλαζονικό να στερήσουμε από τα ζώα μια κάποια ελευθερία βούλησης, προτού καταφέρουμε (μάταια ως τα σήμερα) να την εδραιώσουμε αδιαμφισβήτητα πρώτα στον Άνθρωπο. Μα το ζώο δε μπορεί να παραδεχτεί ότι υπάρχει. Πιθανότατα, αναγνωρίζει στοιχειωδώς διαφορές μεταξύ του «είναι» και «μη είναι», καθώς νιώθει την απώλεια και θρηνεί τους νεκρούς του. Μα το ίδιο το περιεχόμενο και η αναγκαιότητα της ύπαρξης - όσο κι η ίδια η λέξη - του είναι παντελώς απροσπέλαστα. Τούτη δυνατότητα μοιάζει δική μας αποκλειστικότητα και προικίζει (ή βαραίνει) την ανθρώπινη διαστατικότητα μ' έναν επιπλέον άξονα.

Σκέφτομαι λοιπόν λογικά κι όχι ενστικτωδώς ή όπως να 'ναι. Σκέφτομαι με κανόνες (μπορούμε να θεωρήσουμε και τις ίδιες τις λέξεις ως τέτοιους μικρούς κανόνες). Τελικά, σκέφτομαι την ίδια μου τη συνείδηση σκεπτόμενη.

* * *

Στο σημείο αυτό - κι επειδή όσο πλησιέστερα παρατηρεί κανείς, τόσο καθαρότερα αρχίζει να διακρίνει τις μικρές ατέλειες και τις χαραγματιές, σε μια επιφάνεια νωρίτερα λεία και ομαλή - καταφτάνουν οι πρώτες μας ενστάσεις. Αν η συνείδηση είναι η μόνη βεβαιότητα, αν δεν υπήρχε τίποτα παρεκτός της ίδιας, πώς θα μπορούσε να ριζώσει και να εκραγεί ετούτος ο οργασμός των λογικών διεργασιών, αποκλειστικά, μέσα στην αυτοαναφορικότητα; Τούτο ακούγεται ανεπαρκές, αν όχι γελοίο. Ακόμα κι αν, δηλαδή, δεχτούμε σωρό τις a priori δομικές δυνατότητες της ανθρώπινης νόησης, με ποιον τρόπο ετούτες εκπαιδεύονται και ωριμάζουν, με το χρόνο, σε αυστηρά διατυπωμένες ακολουθίες, δημιουργώντας τέτοια απαράμμιλη οργάνωση και ποικιλομορφία; Γιατί κάπου εδώ θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την απομόνωση και να αναρωτηθούμε μήπως τα δεδομένα των αισθήσεων έχουν κάτι να κάνουν με αυτή τη μετεξέλιξη.

Και όχι ακριβώς τα δεδομένα, γενικά και αδιάφορα, αλλά μια ιδιαίτερη ποιότητα στον τρόπο που αυτά εκδηλώνονται στη νόηση. Γιατί δεν αρκεί και δεν ξεμπερδεύουμε έτσι - ανώδυνα φιλοσοφικά - αναγνωρίζοντας απλά κι ουδέτερα μια κάποια βεβαιότητα σε τούτες τις αισθητικές πληροφορίες, τραβώντας έπειτα το δρόμο μας. Λες και μας είναι αδιάφορη η φύση, το είδος και οι μεταξύ τους σχέσεις. Ετούτα τα στοιχεία που είναι οι μόνες μας επιτρεπτές αλήθειες δεν αποκαλύπτονται στο παραμικρό ως ένας χάος μικρών αυθαιρεσιών, αλλά αντιθέτως διακρίνονται από μια εξαιρετική συνοχή και αιτιότητα, άλλοτε καταφανείς και άλλοτες δυσδιάκριτες. Ωστόσο πραγματικές, όσο και τα ίδια. Πάει να πει ότι οφείλουμε όχι μόνο ν' αποδεχτούμε την ύπαρξη των δεδομένων των αισθήσεων, αλλά πολύ περισσότερο την κανονικότητά της.

Εδώ, για κάποιον που αρνείται τον εξωτερικό κόσμο αρχίζουν τα προβλήματα. Γιατί τα δεδομένα των αισθήσεων να έχουν τάξη, άμα δεν αφορούν παρά σε αυταπάτες, οράματα και ψευδαισθήσεις; Κατά τη γνώμη μου, η μόνη απάντηση που έχει προταθεί, άξια λόγου, - την οποία θα επιχειρήσω αργότερα να καταρρίψω - είναι πως πρόκειται για κατασκευές του νου. Θα μπορούσε, δηλαδή, να μην είναι παρά η ίδια η συνείδηση, εκείνη που επιβάλλει την τάξη αυτή και το κανονιστικό της πλαίσιο πάνω στις αισθήσεις. Μια συνείδηση που κατασκευάζει αυτόν τον κόσμο, κατ' εικόνα κι ομοίωση της δικής της τάξης, έναν κόσμο ο οποίος κατά τ' άλλα θα μπορούσε να μην είναι - όντως - τίποτε περισσότερο από μια ψευδαίσθηση.

Σύμφωνα με το Ράσελ, έχουν ειπωθεί ένα σωρό ευτράπελα πάνω σ' αυτό το θέμα, που τα διαβάζει σήμερα κανείς και δεν μπορεί να διακρίνει που σταματά η Φιλοσοφία και που ξεκινά η γελοιότητα. Έχει ειπωθεί ότι θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Θεός ή κάποιος παιχνιδιάρης δαίμονας ή ένα σύνολο ψυχών, ο υπαίτιος αυτών των προβολών, που μας παρουσιάζονται σα φυσική πραγματικότητα. Δίχως να διακρίνω την αξία, που έχουν για το φιλόσοφο αυτές οι ανοησίες, είναι ωστόσο ανοησίες φιλοσοφικά έγκυρες, στο βαθμό που κανείς δε μπορεί να τις απορρίψει με τρόπο απόλυτο. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, για το μάταιο ετούτης της κυκλικής φαυλότητας : η αμφιβολία για την ύπαρξη οποιασδήποτε εξωτερικής απ' τη συνείδηση πραγματικότητας, μας υποχρεώνει - προκειμένου να γίνει κατανοητή ετούτη η τρέλα - να υιοθετήσουμε λύσεις πέραν κι εκτός συνείδησης, δηλαδή - πού αλλού; - πίσω στην εξωτερική πραγματικότητα, εκείνη ακριβώς που αμφισβητούμε. Άτοπο μεγατόνων.

Αν κάποιος κλειστεί σ' αυτήν τη φιλοσοφική απομόνωση, προφανώς, δημιουργεί τελικά περισσότερα προβλήματα απ' όσα καταφέρνει να λύσει. Δίχως, φυσικά, ν' απαντά σε τίποτα, μα παραφράζοντας ξανά και ξανά το ένα και μοναδικό ερώτημα.

Χρόνος ο πανδαμάτωρ ...

Καταλήξαμε, λοιπόν, πως η σκέψη είναι σε κάποιο βαθμό λογική. Κι ωστόσο η λογική σκέψη είναι μια ακολουθία και μια ακολουθία ξεδιπλώνεται βαθμιαία, δηλαδή εν χρόνω. Μια σκεπτόμενη συνείδηση μπορεί ν' αμφισβητήσει όσο πεισματικά επιθυμεί τη φυσική υπόσταση του χώρου, δε μπορεί όμως με τίποτα ν' αρνηθεί τη χρονική της ύπαρξη. Μπορεί να προβληματιστεί στην «αιωνιότητα» ως προς τη φύση του χρόνου αυτού, αλλά η εδραίωση της υπαρκτικής βεβαιότητας δε μπορεί σε καμία περίπτωση να νοηθεί άχρονα. Έτσι μαζί με τη βεβαιότητα της συνείδησης και της λογικής της θεμελίωσης έρχεται να προστεθεί τώρα μια τρίτη βεβαιότητα : η χρονικότητά της.

Μένει ν' αναρωτηθούμε, τώρα : είναι ο χρόνος κάτι ξέχωρο από τη συνείδηση, κάτι μέσα στο οποίο η συνείδηση φωλεύει κι ευδοκιμεί ή αποτελεί μια καθαρή ιδιότητα της ίδιας, όπως η λογική δομή της; Μα ούτε το ερώτημα αυτό γέρνει πάνω από τις αποδεικτικές μας αδυναμίες με κάποιον οίκτο ελάχιστο. Ποια η φύση και η έδρα του χρόνου ή του χρονικού αισθήματος; Έχουν άραγε απαντηθεί όλα ετούτα κι αν ναι, σε ποιο βαθμό; Προς το παρόν, δηλώνω άγνοια.

Θα μπορούσε ο χρόνος να είναι, απλά, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται η συνείδηση τη μνήμη. Για τούτη την τελευταία μιλούμε, πρώτη φορά, μα φαντάζει ως εκ των ων ουκ άνευ, τόσο δεδομένη, όσο και η σκέψη καθαυτή. Μοιάζει αδύνατο να φανταστούμε μια, δίχως μνήμη, συνείδηση. Πώς θα μπορούσε να ολοκληρωθεί ως κι ο παραμικρός συνειρμός, δίχως την ύπαρξη και τη βεβαιότητα προκείμενων; Ακόμα και μια παράλογη ακολουθία σκέψεων απαιτεί να είναι αυτό ακριβώς : ακολουθία. Καμία κριτική σκέψη δεν έχει συμβεί ως σήμερα αυτοστιγμεί, μ' όλους τους όρους της ταυτόχρονα ειπωμένους : με την υπόθεση ταυτοχρόνως και συμπέρασμα, το πρώτο γράμμα κάθε κουβέντας τελευταίο. Ακόμα κι αν τα δεδομένα των αισθήσεων ανάβλυζαν αλλοπρόσαλα, από ένα κόσμο φρενήρη και παράλογο, η λειτουργία αυτή της μνήμης - ασχέτως εγκυρότητας - μοιάζει να επιφέρει τάξη - έστω τη δική της τάξη - στο συρφετό των βιωμάτων. Θα μπορούσε τούτο να ονομαστεί χρόνος; Αν ναι, δεν υπάρχει η παραμικρή αναγκαιότητα να αναζητήσουμε την έννοια του χρόνου έξω και μακρυά απ' τη συνείδηση.

Έτσι, αν κι εμπλουτίσαμε την ύπαρξη με μια διάσταση ακόμα, δήλαδή με μια εσωτερική βεβαιότητα παραπάνω, ωστόσο δεν καταφέραμε σε καμία περίπτωση να σπάσουμε το φράγμα της και να αφουγκραστούμε κάποιαν αλήθεια, πέρα απ' την τύρβη των αισθήσεων. Η πορεία ετούτη μοιάζει διαρκώς να επιβεβαιώνει τον Καρτέσιο και το μόνο που καταφέρνουμε, στοχαζόμενοι, είναι να κλωθογυρίζουμε γύρω απ' την ίδια και την ίδια βεβαιότητα. Εμβαθύνουμε ή διαυγάζουμε όλο και περισσότερα εδάφη στη μία και μοναδική μας κατάκτηση, μα βήμα παραπέρα.

* * *

Σε μερικές κατοπινές μου σκέψεις, αισθάνομαι ότι ούτε σ' αυτή τη μνήμη μπορούμε να εξασφαλίσουμε καμία φιλοσοφική εγκυρότητα. Ο ίδιος παιχνιδιάρης δαιμονίσκος, στον οποίο είμαστε διατεθειμένοι να αποδώσουμε όλα τα αισθητικά κουλουβάχατα και την ευθύνη των ψευδαισθήσεών μας, ο ίδιος αυτός θα μπορούσε να εμφυτεύει διαρκώς στο νου μας μνήμες ψευδείς και ανακλήσεις νόθες. Ο ίδιος ο χρόνος θα μπορούσε να 'ναι μια τέτοια αυταπάτη, βασισμένη σε μια κατασκευασμένη ακολουθία στιγμών παρόντων, οι οποίες δίνουν την απατηλή εντύπωση πως η συνείδηση επιμηκύνεται. Χάνοντας όμως κι αυτή τη βεβαιότητα, κάτω απ' τα πόδια μας, μένουμε να κοιτάζουμε τον Καρτέσιο με σκεπτικισμό ακόμα μεγαλύτερο κι από αυτόν, με τον οποίο κοίταζε τον εαυτό του ο ίδιος. Μα θα τα πούμε αυτά, στο δεύτερο μέρος.

Σκέφτομαι. Ε και;

Κλείνοντας τώρα, αυτό το πρώτο μέρος, θ' ασχοληθούμε μ' εκείνη τη διάσταση του cogito, που είναι η πλέον καλά κρυμμένη και δεν αποκαλύπτεται εύκολα ούτε από κανέναν όρο ξεχωριστά, ούτε απ' το σύνολο των όρων ως έχουν ή οποιονδήποτε αναγραμματισμό τους. Μιλώ φυσικά για την πρόθεση ∙ κάθε συνείδηση διακατέχεται από πρόθεση. Αυτό δε φαίνεται να το παραδέχεται ο Καρτέσιος. Δεν παραχωρεί στην πρόθεση ούτε μια λέξη, παρά τη μέγιστη σημασία της. Μα ούτε να την αποφύγει ολότελα μπορεί - παρά τη θέλησή του. Είναι δύσκολο - σχεδόν αδύνατο - να φανταστεί κανείς μία συνείδηση δίχως προθέσεις, ουδέτερη και νηφάλια. Η συνείδηση δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτός ο ψυχρός, υπολογιστικός νους, όπως ίσως ακούσια τον παρουσιάζει η καρτεσιανή λογική. Ο νους δεν είναι σε καμία περίπτωση οντότητα αποστασιοποιημένη εξίσου από τα πάντα και, συνεπώς, αντικειμενική ως προς τα πάντα. Ένας πραγματικά ουδέτερος εγκέφαλος, μια τεχνητή νοημοσύνη, θ' αρκούνταν - το πιθανότερο - σ' ένα απλό «σκέφτομαι» και τίποτε περισσότερο ∙ ποια λογική (ή άλλη) αναγκαιότητα θα τον ωθούσε στην αναζήτηση μια οποιασδήποτε υπαρκτικής επικύρωσης;

Όμως ο Καρτέσιος είναι άνθρωπος κι ως τέτοιος δε μπορεί, σε καμία περίπτωση, ν' αποδράσει από το «ergo» του, παρά μόνο αν ψευδόταν. Και δε μπορεί γιατί σε τούτο ακριβώς τον οδηγεί η ανάγκη του και όχι η λογική του. Τούτο το «άρα υπάρχω» - αυτό ισχυρίζομαι - είναι κάθε άλλο παρά λογική αναγκαιότητα. Κι η μοναδική εξαίρεση, δε θα 'ταν άλλη απ' την περίπτωση να 'ταν ο νους υποχρεωμένος - ίσως από κάποια φυσική αδράνεια - να κατασκευάσει όλες εκείνες τις αναρίθμητες δυνατές συνεπαγωγές, με το «σκέφτομαι» για πρώτον όρο. Ως εκ τούτου, έτσι αναπόφευκτα και αδιάφορα, θα γεννούσε κάποτε και την Καρτεσιανή παραλλαγή. Ο νους έχει ωστόσο προθέσεις, έχει ανάγκες, έχει επιθυμίες. Κι ο νους του Ντεκάρτ, μ' όλη του τη σοφία και την εξυπνάδα, δεν διαφέρει από το νου του πιτσιρικά, που στέκει γεμάτος όνειρα, μπροστά στη βιτρίνα με τα παιχνίδια. Όσο θα προσπαθεί, η Φιλοσοφία, ν' αποκαθάρει τα σπλάχνα της από τούτες τις «βρωμιές», όσο θ' αποκηρύσσει το ήμισυ σχεσόν της νόησης, λαμβάνοντας το αδάμαστο της επιθυμίας γι' αυθαιρεσία, τόσο περισσότερο θ' απομακρύνεται από την επίτευξη των στόχων της και την κατάκτηση μιας ενοποιητικής θέασης. Τόσο θα σκοντάφτει στα ίδια της τα πόδια και θα κυνηγάει την ουρά της. Θα ορθώνει αδιέξοδα εκεί που πριν απλώνονταν ορίζοντες και ανοιχτά πεδία και θα νομίζει πως βλέπει καθαρότερα κλείνοντας τα μάτια της στο φως.

Ο νους του Ντεκάρτ δεν αμφιβάλλει έτσι, από χούι, χόμπι ή χωρατό. Δεν αμφιβάλλει από κάποια μηχανιστική διαδικασία, «βιολογικά» προγραμματισμένη κι αδιάφορη, όμοια καθώς από τη φύση του ο νους αναπόδραστα κάποια στιγμή νυστάζει. Ο Ντεκάρτ δεν αμφιβάλλει ούτε για τη χαρά της αμφιβολίας. Αμφιβάλλει γιατί διψά και φλέγεται για εκείνη την ελάχιστη βεβαιότητα. Δεν του αρκεί να υπάρχει, μα το θέλει να υπάρχει. Τρέμει μήπως ο σκεπτικισμός του τον οδηγήσει ν' αμφισβητήσει κι αυτή την ίδια του την ύπαρξη, γι' αυτό έχει την ανάγκη να την αιτιολογήσει. «Σκέφτομαι» λέει «άρα ...» και όχι απλά «υπάρχω». Μα θα μπορούσε κανείς ν' αντικαταστήσει τούτο το «σκέφτομαι» μ' ένα σωρό άλλες προκείμενες, δίχως η φράση να χάσει στο παραμικρό το νόημά της : νιώθω μοναξιά άρα υπάρχω, πονάω άρα υπάρχω, κ.ο.κ. Ολόκληρη η μάζα της Καρτεσιανής ρήσης είναι συγκεντρωμένη σε τούτο το «υπάρχω», ώστε - όπως θα δείξω στα επόμενα - αν προσπαθήσει κανείς να το αιτιολογήσει με οποιονδήποτε τρόπο, το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να μολύνει και το ίδιο με ανόητες αμφιβολίες.

Το φιλοσοφικό ενδιαφέρον, λοιπόν, του Καρτέσιου δεν είναι για να περνά η ώρα. Παλεύει μέσα σ' έναν κόσμο σκοτεινό, ψηλαφώντας και παραπατώντας. Λυσσά για μιαν άκρη να σταθεί που να μην είναι φόβος να καταρρεύσει, άμα κλείσει για λίγο τα μάτια. Μα ο φιλόσοφος δεν πιστεύει ούτε στα ίδια του τα μάτια, μήτε καν στους τύπους των ήλων. Ξενός κι αποδιωγμένος απ' τον κόσμο - περισσότερο αυτοεξόριστος - αναζητεί να τον ξαναφτιάξει απ' την αρχή, μα τώρα όπως τον επιθυμεί ο ίδιος : θέλει έναν κόσμο αδιαμφισβήτητο και καθαρό όπως η καθαρότερη συνείδηση. Αν υπάρχει, δηλαδή, κανένα νόημα σε μια παρόμοια φαντασίωση. Με τον τρόπο αυτό, ο Ντεκάρτ δε θεμελιώνει απλά την απαρχή μιας νέας φιλοσοφικής στάσης, αλλά πολύ περισσότερο θεμελιώνει την απαισιοδοξία και την εσωστρέφεια. Κι ακόμα περισσότερο - αν μου επιτρέπεται - τον ατομικισμό και τον εγωισμό.

Μα θα τα σχολιάσουμε κι αργότερα, όλα τούτα, καθώς στο σημείο αυτό είναι ώρα να βάλω, επιτέλους, και μια τελεία από τις τελικές.

11 Φεβ 2017

Άμα πετύχει η μαλακία...

Σε άλλο μου blog @ "Του Κουφού Η Πόρτα" , είχα βγάλει στη φόρα τ' άπλυτα ενός καραγκιόζη, ονόματι Ρολφ Ντομπέλλι. Ας βάλω ένα σύνδεσμο κι εδώ να υπάρχει, λόγω σχετικότητας του θέματος, κι αχρείαστος να 'ναι. Τόση ευήθεια, διάολε, ας μην αναπαράγεται πέραν του δέοντος.

31 Δεκ 2007

Ερωτήματα ναι, θανάσιμα όχι τόσο... [Part 3]

(i) Μπορεί κάτι να είναι κακό χωρίς να είναι δυσάρεστο;

Αυτό, πρέπει να ομολογήσω, είναι ένα μεγάλο και δύσκολο ζήτημα, σε μεγάλο βαθμό συναφές και με το προηγούμενο ερώτημα. Θα αρκεστώ εδώ μονάχα να εξετάσω τα επιχείρηματα του Nagel. Όσον αφορά στο θέμα του θανάτου και σε σχέση με όσα έχω ήδη υποστηρίξει, η απάντησή μου οφείλει να είναι αρνητική. Προς το παρόν, όμως, δεν μπορώ να εκφέρω άποψη για τη γενικότερη ισχύ του παραπάνω ερωτήματος. Η επιχειρηματολογία μου θα στηριχτεί στην ίδια βάση με την προηγούμενη ανάρτηση, οπότε δε θεωρώ απαραίτητο να αναλύσω διεξοδικά πάλι τη διαφορά μεταξύ του υποκειμένου σαν καθαυτό υποκείμενο ή σαν αντικείμενο του στοχασμού ενός άλλου υποκειμένου.

Στην ανάλυση των σελίδων 23-24, ο Nagel πιστεύει προφανώς ότι καταφέρνει να μας επισημάνει κάτι, ωστόσο αποτυγχάνει να πει ο,τιδήποτε πειστικό και η βασική αιτία είναι (α) η τεχνηέντως επιμελημένη σύνταξη και (β) τα λογικά άλματα.

(α) Γράφει: [ενν. υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι] «η απώλεια, η προδοσία, η εξαπάτηση και η κοροϊδία είναι κακά, επειδή οι άνθρωποι υποφέρουν όταν τα πληροφορούνται». Καταρχήν, να επισημάνουμε ότι πρόκειται για μια θέση την οποία ο Nagel επιχειρεί να αποδυναμώσει. Τώρα, γιατί «επειδή» και όχι «και»; Ποιοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν το παραπάνω με ακριβώς αυτή τη σύνταξη, που χρησιμοποιεί ο Nagel; Για κάποιον αμύθητα πλούσιο η κλοπή ενός αυτοκινήτου μπορεί να μην τον κάνει να υποφέρει και ιδιαίτερα, ωστόσο μπορεί να παραδεχτεί την κλοπή σαν μια κακή κατάσταση του κόσμου (ας υποθέσουμε, χάριν του παραδείγματος, ότι ο ίδιος απέκτησε την τεράστια περιουσία του με καθαρά και τίμια μέσα :-D).

Με την αδύναμη ανάλυση αυτής της παραγράφου, το μόνο πράγμα που διαφωτίζεται είναι ότι πίσω από το χαρακτηρισμό ενός δεινού κρύβονται ουσιώδεις «λόγοι» - ας πούμε το σύστημα αξιών του υποκειμένου - και όχι απλά και μόνον μια δεδομένη κατάσταση. Φυσικά και συμφωνώ, ως προς αυτό: δεν μπορούμε να εξετάσουμε μια αποκομμένη στιγμή στη ζωή ενός ατόμου, ώστε να κρίνουμε τη δεινότητά της, αλλά χρειάζεται να γνωρίζουμε όλη την ιστορία ή τις δυνατότητες του ατόμου. Αλλά αυτό δε μας ενημερώνει παρά για τις αιτίες και τίποτε περισσότερο. Δεν αποδεικνύει τίποτε για την χωρο-χρονική εστίαση ή το σκεδασμό ενός δεινού. Η ιστορία κάποιου μπορεί να απλώνεται στο χώρο και το χρόνο, ωστόσο όταν εκφράζεται μέσω μιας δεδομένης κατάστασης, εκφράζεται σε πολύ συγκεκριμένη στιγμή και τόπο. Ακριβώς όπως το πιθανοκρατικό νεφέλωμα ενός ηλεκτρονίου αποκτά πολύ συγκεκριμένη υπόσταση και θέση με την παρατήρηση.

Με αυτά κατά νου, θεωρώ ότι το «επειδή» στην προηγούμενη φράση, δεν είναι λιγότερο ισχυρό από τη θέση του Nagel (δηλ. δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση την εξέταση των «λόγων» σε όποιον το επιθυμεί), αφού ερμηνεύει απλά το γιατί πχ. η προδοσία είναι κακό και όχι το γιατί κάποιος υποφέρει. Η προδοσία είναι κακό «επειδή» κάποιος υποφέρει από την ανακάλυψή της και υποφέρει από την ανακάλυψή της «επειδή» στην ηθική του έχει εντάξει την προδοσία με αρνητικό πρόσημο. (Να υπενθυμίσουμε, βέβαια εδώ, ότι έχουν προταθεί κατά καιρούς αξιακά και φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία αίρουν τον ανθρώπινο εγωισμό, σε βαθμό τέτοιο ώστε τα πρώτερα δεινά να φθίνουν σε ασήμαντες οχλήσεις ή ακόμη και να εξαϋλώνονται, παντελώς).

Συνεπώς, θεωρώ ότι ο Nagel δεν καταφέρνει τελικά να ανασκευάσει ο,τιδήποτε. Με άλλα λόγια, σε οποιονδήποτε στοιχειωδώς συγκροτημένο νου μπορεί να υπάρχουν ένα σωρό δυνατά κακά, αν όμως αυτά ουδέποτε εκφραστούν μέσω κάποιας κατάστασης δε συνιστούν απαραίτητα δεινό. Αν κάποιος θεωρεί ότι είναι κακό κανείς να σε προδίδει, ωστόσο από τύχη ή οποιονδήποτε λόγο ουδέποτε τον προδώσει κανείς, τότε η προδοσία δεν έχει συγκροτηθεί ποτέ ως δεινό στη ζωή του συγκεκριμένου ατόμου. Ακόμη και σε παθολογικές καταστάσεις, όπου η ψυχική ευημερία μπορεί να βλάπτεται από φοβίες χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό που συνιστά δεινό είναι η συγκεκριμένη «κατάσταση του νου».

(β) Δεδομένου λοιπόν ότι η κατανόηση των λόγων, για τους οποίους κάτι συνιστά δεινό, δεν υποδεικνύει καμία μετάθεση χρονικότητας μιας κακοτυχίας, αλλά μονάχα μια ερμηνεία της, τα συμπεράσματα της σελίδας 24:

«Επομένως θεωρώ ότι αξίζει να εξετάσουμε την άποψη πως η καλή και η κακή τύχη έχουν ως υποκείμενο ένα άτομο που προσδιορίζεται από την ιστορία και τις δυνατότητές του, και όχι απλώς από την κατάστασή του σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Επίσης ότι, παρόλο που η θέση του υποκειμένου μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια σε διαφορετικά σημεία στο χώρο και στο χρόνο, αυτό δεν ισχύει απαραίτητα για τα καλά και τα κακά που του συμβαίνουν»

δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωση συνεπαγωγή των προηγούμενων. Ως προς την πρώτη πρόταση της παραγράφου είμαι απολύτως σύμφωνος, ωστόσο αδυνατώ να αντιληφθώ κάποιον ισχυρό συλλογισμό (αν υπάρχει κάποιος) από τον οποίο προκύπτει η δεύτερη πρόταση.

- - -

Ωστόσο, διερωτώμαι αν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα η (απολύτως κατανοητή) άποψη ότι η ιστορία και οι δυνατότητες κάποιου δεν περιορίζονται στο χώρο και το χρόνο. Αντιθέτως, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η ιστορία και οι δυνατότητες δε συνιστούν ένα πραγματικό μέγεθος, αλλά μια προβολή του νου σε καταστάσεις περασμένες - οι οποίες έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί κι ούτε κατά διάνοια δεν πρόκειται να υπάρξουν ξανά - ή σε εικασίες μελλοντικές - οι οποίες δεν έχουν καμία ουσιαστική αξία, όχι περισσότερη από το αν θα βρέχει ή θα έχει λιακάδα σε δέκα χρόνια στη Σαγκάη. Αλλά είναι απολύτως συγκροτημένες σε ένα νου παρόντα και λειτουργικό, ο οποίος οφείλει την παρούσα του δομή στη ροή των παρελθόντων καταστάσεων, από τις οποίες διήλθε, και οποίος έχει μια ροπή και κάποιες δυνατότητες, σύμφωνες με την παρούσα του κατάσταση. Χωρίς να θέλω εδώ, απαραίτητα, να στοιχειοθετήσω μια ντετερμινιστική αντίληψη των πραγμάτων, αυτό που επιθυμώ να δείξω είναι ότι το παρελθόν ή το μέλλον είναι χρήσιμα ερμηνευτικά εργαλεία αλλά η μόνη ισχυρή βάση εξαγωγής συμπερασμάτων είναι η παρούσα θέση ενός ατόμου. Συνεπώς, για να αποτελεί κάτι δεινό θα πρέπει να εκφράζεται στην παρούσα αυτή θέση (άσχετα με το πώς ερμηνεύεται) και είτε ως γνώση, είτε ως συνέπεια-επίδραση, να καθιστά τη θέση ετούτη δυσάρεστη (αυτό το τελευταίο με επιφύλαξη). Τελικά, ο θάνατος αδυνατεί να εκφραστεί σε μια παρούσα κατάσταση ενός ατόμου, αφού το άτομο δεν είναι πλεόν παρόν.

(iii) Υπάρχει κάποια συμμετρία στην αντίληψη της μετα–θανάτιας ανυπαρξίας με την προ–γενετική;

Εδώ θα συμφωνήσω με το Nagel (για χάρη της συζήτησης θα δεχτώ την προσέγγισή του) ότι ο χρόνος, που μας στερείται από το θάνατο, καθιστά τη μετα-θανάτια ανυπαρξία ποιοτικά διαφορετική από την προ-γενετική, η οποία δεν υπονοεί τη στέρηση κάποιου χρόνου αλλά απλά την αφετηρία του. Δε συμμερίζομαι όμως, σε καμμία περίπτωση, τις επιφυλάξεις που αισθάνεται να εγείρονται από το παράδειγμα του Nozick, το οποίο θεωρώ εξωφρενικό. Έτσι, γι' ακόμη μια φορά, έρχεται στην επιφάνεια η θεμελιώδης μου αντίθεση με την αναλυτική φιλοσοφία, η οποία αισθάνεται ότι το οποιοδήποτε εξωπραγματικό παράδειγμα έχει να μας πει κάτι ουσιαστικό και χρήσιμο. Αυτό θα το δεχόμουν, φυσικά, στην περίπτωση που το παράδειγμα βρισκόταν σε κάποια ανεκτή αναλογία με την πραγματικότητα, πράγμα όμως που δε συμβαίνει στην περίπτωση αυτή. Αντιθέτως, το εκφυλιστικό παράδειγμα του Nagel είναι εξαιρετικής αναλογίας, εύστοχο και απολύτως πιστό σε αυτό που θέλει να εξετάσει. Το ζήτημα είναι, τελικά, πώς αντιλαμβανόμαστε εξαρχής το φιλοσοφικό πεδίο, μέσα στο οποίο πρόκειται να κινηθούμε. Προσωπικά, θεωρώ ότι δε δικαιούμαστε να εικάζουμε παρά μονάχα σε συμφωνία με την όποια πραγματικότητα ή με δυνατότητες που επιδέχονται, τουλάχιστον, μια κάποια εξέταση. Τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται, φυσικά, στο παράδειγμα των ανθρώπινων σπορών και τις συναφείς αερολογίες. Η ζωή δε μας δίνει καμία τέτοια ένδειξη, οπότε οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι τα δύο είδη ανυπαρξίας διαφέρουν ουσιαστικά, τελεία. Αν ποτέ γνωρίσω ένα τέτοιο σποράνθρωπο, είμαι πρόθυμος να επανεξετάσω.

Σε μικρότερο βαθμό τώρα, αμφιβάλλω επίσης και για τη θέση ότι η μεταθανάτια ανυπαρξία μας στερεί όντως κάτι ή, τέλος πάντων, κάτι που έχει νόημα να το εξετάσουμε φιλοσοφικά. Για να μας στερηθεί ο,τιδήποτε θα πρέπει πρώτα απ' όλα να μας ανήκει. Αδυνατώ να κατανοήσω αν η ζωή που μας στερεί ο θάνατος είναι, με κάποιον τρόπο, κτήμα μας. Η αντίληψη αυτή είναι ισοδύναμη με την φράση: «Έχω στην τσέπη μου ένα ευρώ και κάποιος με ληστεύει, αλλά είμαι εξαιρετικά κακότυχος γιατί αν είχα πάνω μου ένα εκατομμύριο ευρώ αυτή τη στιγμή θα ήμουν πάμφτωχος». Η αντίληψη ότι υπάρχει στο μέλλον ζωή που μας ανήκει μπορεί να είναι κατανοητή από ανθρώπινη, καθημερινή και συναισθηματική σκοπιά, αλλά θεωρώ ότι συνιστά λανθασμένη υπαρξιακή όσο και φιλοσοφική θέση. Η μόνη ζωή που μας ανήκει, πραγματικά, είναι η αυτή η παρούσα και φλέγουσα στιγμή, αυτή που λυσσομανάει στα σωθικά μας καθώς διαβάζουμε ετούτες τις γραμμές. Αυτό το σχεδόν αέναο παρόν είναι η μοναδική μας βεβαιότητα και η μοναδική περιουσία που μπορεί να μας αποστερήσει κανείς με το θάνατο. Αν ο Nagel θέλει, κατά βάθος, να πει ότι αυτό που μας αφαιρείται στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η ελπίδα μας, η προσδοκία μας να ζήσουμε περισσότερο και όχι ζωή καθαυτή τότε, για να μην επαναλαμβάνομαι, ας ανατρέξει κανείς σε όσα έχω ήδη αναφέρει στην προηγούμενη ανάρτηση. Ελλείψει ισχυρών αποδείξεων ή ενδείξεων, αρνούμαι να αντικειμενικοποιήσω τις ελπίδες ή τις φοβίες μου, γενικά τις προβολές του νου μου σε παρελθόν ή μέλλον και να στοιχειοθετήσω μια φιλοσοφική θέση σε φαντασιοκοπήματα. Ωστόσο, τα προηγούμενα μπορούν κάλλιστα να είναι δυσάρεστα σαν τωρινή κατάσταση του μυαλού.

Για να διαπιστώσουμε το προφανές συχνά δε χρειάζεται παρά κοινή λογική. Η διαφορά της μετα-θανάτιας ανυπαρξίας από την προ-γενετική δε χρειάζεται περίτεχνους και δαιδαλώδεις συνειρμούς για να γίνει αντιληπτή, αλλά την απλή κατανόηση ότι πριν το θάνατο υπάρχει ήδη μια συνείδηση που καλείται να τον αντιμετωπίσει, ενώ πριν τη γέννηση δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο. Γιατί ποιος θα μπορούσε να μας διαβεβαίωσει ότι, αν υπήρχε συνείδηση και πριν τη γέννηση, δε θα αντιμετώπιζε ακόμη κι αυτή την ίδια τη γέννηση επίσης ως δεινό, ως μιαν αποστέρηση εκείνης της προ-γενετικής ύπαρξης; Τα πράγματα μοιάζουν έτσι πολύ απλά. Η γέννηση θέτει τέλος στην ανυπαρξία, ο θάνατος θέτει τέλος στην ύπαρξη. Ίσως, τελικά, το να συγκρίνουμε τα δύο είδη ανυπαρξίας μεταξύ τους να μην οδηγεί πουθενά, αλλά να είναι θεμελιώδους σημασίας το να εξετάσουμε τη διάταξή τους σε σχέση με την ύπαρξη. Ανυπαρξία που ακολουθείται από ύπαρξη και ύπαρξη που ακολουθείται από ανυπαρξία. Έτσι γίνονται τα πάντα ξεκάθαρα. Στο πρώτο αναγνωρίζουμε τη δημιουργία, στο δεύτερο την καταστροφή. Θεωρώντας τη γέννηση και το θάνατο ως κρίσιμα σημεία καμπής, αυτό που έχει νόημα να συγκρίνουμε είναι το πριν με το πριν ή το μετά με το μετά, και όχι το πριν με το μετά. Σε αυτό, πιθανότατα, κρύβεται και η αστοχία του Λουκρήτιου.

Και τα λοιπά (γενικές παρατηρήσεις)...

(*) Σελίδα 21: (Για την μακροχρόνια κατάψυξη και απόψυξη) «Δεν αρνούμαι, φυσικά, τα μειονεκτήματα που έχει κάτι τέτοιο. Στο μεσοδιάστημα, η οικογένεια και οι φίλοι του ατόμου μπορεί να έχουν πεθάνει, η γλώσσα να έχει αλλάξει και να λείπει η άνεση την οποία προσφέρει η οικειότητα με το κοινωνικό, γεωγραφικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Ωστόσο αυτά τα μικροπροβλήματα δεν εξαλείφουν τα βασικά πλεονεκτήματα της συνεχούς [...] ύπαρξης» (η υπογράμμιση δική μου). Ορίστε; Τα "μικροπροβλήματα"; Αν όλα αυτά θεωρούνται μικροπροβλήματα για τον ανθρώπινο ψυχισμό, τότε προφανώς ο Nagel ανήκει σε... άλλο ζωικό είδος και αδυνατεί ν' αντιληφθεί τη σημασία τους. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι υπάρχει επαρκής δυνατότητα άμβλυνσης των συγκεκριμένων απωλειών, χρειάζεται εξαιρετικό θράσος ή αναισθησία, προκειμένου να χαρακτηρίσει κανείς ως "μικροπροβλήματα" όλα τα παραπάνω. Διαισθάνομαι πως δε θα ήταν διόλου απίθανο για κάποιον ακόμη και ν' απαρνηθεί τη συνέχιση του βίου του, υπ' αυτές τις συνθήκες. Πιθανότερα, η ποιότητα της ζωής του θα μπορούσε να κατακρημνιστεί σε τόσο χαμηλά επίπεδα και για τόσο πολύ καιρό, που δύσκολα θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις ευτυχισμένο ένα τέτοιο πλάσμα. Μην υποτιμάμε, επίσης, το γεγονός ότι ακόμη κι αυτό το θετικό πρόσημο, που απομένει στη ζωή, όπως το αντιλαμβάνεται ο Nagel, δεν είναι απαραίτητα επιλογή ή στάση συνειδητή, αλλά η ίδια η ζωική ορμή που ξεπερνάει τον άνθρωπο και ορίζει την ίδια τη ζωή, ως συμβάν. Άρα ακόμη και η ελάχιστη επιθυμία επιβίωσης δεν είναι συνετό να καταλογιστεί εξ' ολοκλήρου στο υποκείμενο, όχι περισσότερο απ' όσο μπορεί να του καταλογιστεί η αναπνοή ή η πέψη. Ετούτη η μικρή λεπτομέρεια του κειμένου, με παρακινεί να αναρωτηθώ μήπως ο Nagel προσεγγίζει λιγάκι αψήφιστα θέματα εξαιρετικά βαρύνουσας σημασίας.

(*) Σελίδα 21: «Ο θάνατος, ωστόσο, είναι ένα δεινό απ' το οποίο ο Σέξπιρ έχει υποφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό από τον Προυστ». Ποιος έχει υποφέρει;;; Έλεος!

(*) Άστοχη θεωρώ, στη σελίδα 21-22, την έκφραση ότι ο θάνατος «περιλαμβάνει μακρές περιόδους μη ύπαρξης». Μακρά μπορεί να θεωρηθεί μια περίοδος με μήκος και γι' αυτό το λόγο πεπερασμένη, οσοδήποτε μεγάλη κι αν είναι. Ο θάνατος όμως περιλαμβάνει (μέχρι αποδείξεως του εναντίου) μια περίοδο άπειρη, μόνιμη και αμετάκλητη, άρα μη συγκρίσιμη κι ασύμβατη με τις αναλογίες που προτείνει ο Nagel για κατάψυξη και απόψυξη. Οι «μακρές περιόδοι μη ύπαρξης» υπονοούν κάποτε και τη λήξη τους. Αν ο συγγραφέας πιστεύει ότι κάτι τέτοιο αντιπροσωπεύει και την κατάσταση του θανάτου, τότε μάλλον κάναμε... τσάμπα όλη αυτή την συζήτηση!

(*) Στη σελίδα 22 διαβάζουμε: «Συχνά υποστηρίζεται ότι όσοι αντιδρούν στο θάνατο κάνουν το λάθος να προσπαθούν να φανταστούν πώς είναι το να είσαι νεκρός». Μα που πας και τα βρίσκεις ρε Nagel; Τι πάει να πει «συχνά υποστηρίζεται»; Εγώ πρώτη φορά πληροφορούμαι τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, την οποία και θεωρώ βεβαίως αρκούντως βλακώδη. Δηλαδή, πόσο ανόητος μπορεί να είναι κάποιος ώστε να νομίσει ότι θα καταφέρει κάτι με αυτό τον τρόπο; Αλλά κι αν ακόμη το δεχτούμε σαν τακτική μερικών, θεωρεί ο αγαπητός Nagel ότι συνιστά μια εξαιρετικά ισχυρή φιλοσοφική θέση, η οποία χρήζει αναφοράς και ανασκευής σε ένα αξιοπρεπές φιλοσοφικό δοκίμιο; Χάθηκαν οι σοβαρότερες αντιδράσεις ή απλώς είναι δυσκολότερη η αντιμετώπισή τους, οπότε ασ' το καλύτερα; Τα σχόλια δικά σας.